...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.

Tuesday, May 31, 2011

First Lyrics First Vol.41



αναρχοκομμουνιστής 
            
                               ο διοικητής, παναγιώτης σαρρής

ήμουν τόσο κόκαλο προχθές που στα ξενερώματα
σου έστειλα να βρεθούμε.. να με ξυπνήσεις σου έστειλα
κι έτσι κι έγινε. σύνταγμα-καλύβια ώρα μηδέν. 
σου γαμάνε το δίκιο του εργάτη, σου γαμάνε
το δίκιο της νοικοκυράς, σου γαμάνε και την 
αξιοπρέπεια για να μην έχεις να σηκώνεις κεφάλι. 

αθήνα είσαι καμίνι  
   
            ώσπου να φέξει να δούμε ποιός θ αντέξει


έχω ηρεμήσει μου πες πάνω που σκεφτόμουν
ότι με αυτά και μ αυτά θα πρεπε να χω πάθει 
το αντίθετο και να χω γεμίσει το δρόμο που
αφήνω γεμάτο φωτιές. να καούν αυτά
τα σχεδιάκια  εξαθλίωσης του ανθρωπίνου γένους,
να βρω καινούρια στον γυρισμό να ξεπετάνε φύτρες...

ζούμε τις μικρές μας ιστορίες 
                      
                                στο κέντρο και τις συνοικίες 


ενώ κάποιοι γουστάρουν να γράψουν μια μεγάλη, 
πολύ μεγαλύτερη απ ό,τι σηκώνει ο σβέρκος τους,
μας κλέβουνε τις λέξεις, το χαρτί, τα χρόνια, 
όλα γίνονται αυτά, στην πλάτη μας.
προτίμησα τον δρόμο που την ιστορία μου συρρικνώνει
μέχρι εκεί που ίσα ίσα αναπνέω. εσύ διάλεξες να φτιάξεις
μία μεσαίου μεγέθους καταρχήν κι αν σου 
δοθούν οι ευκαιρίες και τα παραθυράκια, θα την τσιτώσεις
τότε, άμα είναι, όσο σε παίρνει, όσο είναι δυνατόν. 

κι εσύ αποσπερίτη μου 
                
                                         του δειλινού ταιριάζεις 

σαν τίποτα να μην γνωρίζεις για την ανθρώπινη φύση 
-έτσι φέρεσαι- και σαν να βλέπεις μόνο με τα μάτια.
η τραγωδία μας λοιπόν ίσως να έγκειται στην οπτική
μου αδυναμία. εγώ τα βλέπω όλα με τα χέρια και τα 
φαινόμενα σ αυτή την περίπτωση σπανιότερα απατούν.

η μέρα φεύγει ποιός την κλέβει


                                                   ήξερα μα ξέχασα 

καημένε μου ιππότη. σε ζώσανε τα άλογα και τις
πανοπλίες και την ντροπή -το εκβιαστικότερο μέτρο 
όλων- δεν μπορείς να τους φτύσεις και να πεις 'όχι ωρέ, 
εγώ δεν πολεμάω. δεν πολεμάω γιατί αρκετούς νεκρούς
κλαίμε χωρίς να ξέρω το γιατί και το πώς, ο πόλεμος
αυτός καλά κραττεί κι αναζωπυρώνεται κι όλο γεμίζει
ο κόσμος στάχτες, γιατί δεν ξέρω ποίου την παρακμή
και τα συμφέροντα εξυπηρετεί και τέλος, γιατί η καρδιά μου 
λέει ν αράξω κάτω απ' το δέντρο με την κοπελιά 
ν αγαπηθούμε μαζεύοντας τα συντρίμμια τους, 
να φουσκώνουμε απ την αγάπη, υπερηφάνεια. 


αυτά σε άγγιξα να λες πάνω απ το λόφο. 
τα ανακοίνωνες στο σπίτι σου, στην γη, τους 
προγόνους και στον άλλον σου εαυτό. αυτά είδα 
κι ύστερα ξύπνησα από τα ποδοβολητά, τις σφαίρες 
και την υγρασία που έφερε το αίμα καθώς μου 
έσταζε στο πρόσωπο. 

No comments:

Template by:
Free Blog Templates