...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.

Wednesday, August 01, 2018

δεν υπάρχει χρόνος


Thievery Corporation : The Richest Man In Babylon 

ναι... λες και δεν το ξερες.
και τ άσπρα μου μαλλιά τότε δεν θα υπάρχουν. ψευδαίσθηση θα'ναι κι αυτά.
άγχος. προμελετημένο κι όλας.
τα νέα της εβδομάδας - τα διάβασα στο ίντερνετ
κι ό,τι έξτρα απορία είχα, την έλυσε η βόλτα με το σκύλο μου
στην γειτονιά. κατανοώ τον κόσμο πολυεπίπεδα όπως καταλαβαίνεις
γι αυτό έχω κι άποψη. γι αυτό παίρνω και θέση. για να είμαι καλός άνθρωπος
κι ύστερα, για να μην είμαι μόνη.
τόσο απλό.  

χαμός γίνεται. πόλεμοι, αρρώστειες, καταστροφές, έρωτες χωρίς απόκριση...
κι η ετερομοαμφιφυλόφιλη οικοεπανάσταση μόλις ξεκίνησε.
πάντα έτσι ήτανε λέει.
πάντα έτσι ήτανε...
μωρέ μπας και ;

ε και τότε.. η οικογένεια μας ;
η πατρίδα του ;
η εργασία σου ;  
η χαρά μου ;
όλα σπόρια που ανθίσανε τυχαία.

οι άνθρωποι μίσχοι...
γιατί να μην μπορώ να σε κρατήσω γελαστό για πάντα;
εσύ μονίμως έβλεπες στην δυικότητα αυτού του κόσμου
μία λογική, ένα ολοκλήρωμα.
δεν σημαίνει ότι υπάρχει για όλους.
γιατί να μην μπορώ να με κρατήσω γελαστή για πάντα;
ή μήπως μπορώ;

όταν τελειώσω με αυτό το ποστ, θα ήθελα να έχει έρθει η ώρα
και να έχει περάσει. τ αποτελέσματα να είναι μόνιμα.
η θεραπεία ολοκληρωμένη.
δεν υπάρχει ο χρόνος λέμε αφού,
άρα δεν θα πρέπει να υπάρχει πρόβλημα.

η απόφαση θα έχει παρθεί. όπως με το σπερματοζωάριο,
όπως με την υπομονή της μητέρας μου
και τον θυμό του πατέρα.
και θα έχει φτάσει κι απλωθεί το φως της,
όπως το ηλιόλουστο εκείνο πρωινό
που μας ξαμολύσανε έξω από τον φράχτη,
έξω από τον κήπο με τα γκαζόν και τα παιχνίδια,
έξω στα χωράφια.
κι όπως τόσες και τόσες καταστάσεις
που έχω γυρίσει με το μέρος μου,
με μόνα όπλα την επιθυμία και την μανία
ενός πράγματι πολύ παθιασμένου όντος 
-με την ψυχοσύνθεση γενικά του οποίου,
πέρα απ' αυτές τις ελάχιστες στιγμές έκλαμψης
και πνευματικής καύλας.. ουδόλως ταυτίζομαι.

κανένα υψηλό ιδανικό λοιπόν.
καμία ταπεινότητα ή αίσθηση ευθύνης,
ή κίνητρο για προσφορά.  σκέτη επιθυμία.
ωμή, ως επί το πλείστον παράλογη, προσωπική,
προσωποποιημένη πολλές φορές, ενστικτώδης,
βαθειά, επιθυμία.

όποιος την ακολουθεί, της ανοίγει κουβέντα..
έχει πιθανότητες κάποια στιγμή, να ζήσει.
όλοι οι άλλοι κατά βάση - πλάθουμε κουλουράκια.
και τραβάμε και των παθών μας το τάραχο.
τα ξέρω εγώ από τους γονείς μου
που ήτανε πάντα τίμιοι και αξιοπρεπείς.

τους γαμήσανε στο υπαλληλίκι και γενικά στο υπό.
είχανε και τις απώλειες απ' τους πολέμους πρόσφατες.
μετά οικολογική καταστροφή, χημείες, πλαστικό,
ανισότητα,  το κλίμα, οι αρρώστειες.. γίνανε καθημερινότητα.
ένα σωρό προβλήματα που όμως
μια χαρά θα περνούσανε απαρατήρητα αν δεν ήταν άνθρωποι
κι ήταν ανδρείκελα. που οι τόποι ρίζες πάνω τους δεν βγάνουν  
κι η αγκαλιά της μάνας δεν τους χορταίνει
κι η γη και τα πουλιά και τα δέντρα της,
δεν τους φτάνουν για να θρέψουν την ψυχή τους.
κι η έκφραση του έρωτα σταματάει σ΄έναν γρήγορο οργασμό
και μια εκτόνωση.

Monday, June 04, 2018

στον τελευταίο μας τεκέ.



για τα τελευταία εκατό χρόνια, την επέλαση του πλαστικού
και το μαζούτ στην θάλασσα. 

πότε έφτιαξα ένα περιβάλλον στο οποίο δεν αντέχω να είμαι μέσα;
που σωματικά, πνευματικά και ψυχικά με δηλητηριάζει ολημερίς 
κι όπου κάθε μου ανάσα πονάει και κάθε μου ανάγκη 
γεννά απελπισία; 

σίγουρα φέρω ευθύνη για τα πράγματα 

την καλή μου μοίρα, την κακή μου τύχη, την αδυναμία, τα ταλέντα
και τον φόβο μου. για το πώς τα αντιμετωπίζω, αν μη τί άλλο.
πώς τα κοιτάω στα μάτια, πόση σημασία τους δίνω. 

τώρα, για όπου φτάνει το χέρι μου και το χέρι μου το ίδιο επίσης 
μοιάζει τεχνητό, φτιαχτό, όχι αρκετά αυθεντικό ή ζωντανό, 
αδύναμο και ταλαιπωρημένο, με σβησμένα χρώματα και θλιβερή αναπνοή.

πρώτα αισθάνομαι κάτι στο στήθος μου να σπάει- 
η γειτονιά μου, δεν είναι ασφαλής. τα πρώτα δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα
κι έσκυψε το κεφάλι. 
ύστερα στο στομάχι μου κάτι σφίγγεται-
οι φίλοι μου, αρρωσταίνουν, τρελλαίνονται και πεθαίνουν.
αρκετοί ξεπουλιούνται και μοιάζει ακόμη χειρότερο.  
τα πόδια μου λυγίζουνε και κλείνουνε τα μάτια.  

είχαμε όμως και καλές στιγμές 
άνθρωποι.

οι δικοί μου μας πήγαιναν σε κάτι πελώριες ερημικές αμμουδιές 
και καθόμαστε εκεί από το πρωί ως το βράδυ. 
πριν την πρώτη γυμνασίου το καλοκαίρι, αγόρασα πρώτη μου φορά κόσμημα από πλανόδιο. 
ένα κρεμαστό από πηλό για το λαιμό μου, με δερμάτινο λουράκι κι ένα εφτάφυλλο στο κέντρο. 
δεν ήξερα τί και γιατί, αλλά πραγματικά το λάτρεψα και το φορούσα για χρόνια,
ώσπου να το κληροδοτήσω στην μικρή που δεν πετάει τίποτα.

ο πατέρας πάλι, δεν αγαπούσε και πολύ την μουσική. 
δεν την ήθελε στο αυτοκίνητο μα ούτε και στο σπίτι ιδιαίτερα την αναζητούσε 
δεν έπαιζε κάποιο όργανο και μου ακούγονταν πραγματικά φάλτσος, 
τις ελάχιστες φορές που αποπειράθηκε να τραγουδήσει μπροστά μου. 
διάβαζε συνέχεια για τις ιστορίες των ανθρώπων στον κόσμο. 
διάβαζε και τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές -από αμέτρητες διαφορετικές, 
οπτικές γωνίες. για κάποιο λόγο όμως, είχε κάτι κασέτες και σιντί 
με χασικλίδικα, κομμένα, τεκετζίδικα τραγούδια από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.  

η ρεμπέτικη κληρονομιά, αποτελείται από απομεινάρια των τελευταίων έκφανσεων
μιας ζωής ελεύθερης, η οποία ενσωμάτωνε ουσιαστικές αξίες 
κι επέτρεπε σε αυθεντικά ανθρώπινα ένστικτα να εκφραστούν. 
μετά τους ρεμπέτες, αρχίδια κόπηκαν ολοσχερώς, 
γενιές ολόκληρες δηλαδή ευνουχίστηκαν 
προκειμένουν να εξημερωθούν και να ελεγχθούν.
παράλληλα, ποινικοποιήσαμε την φύση, κλάσαμε στις χημείες
αποθεώσαμε το χρήμα, λατρέψαμε την τεχνολογία και της παραδοθήκαμε. 
κοινωνικές νόρμες άρχισαν να επικρατούν των φυσικών σε βαθμό κακουργήματος 
ξανά και ξανά 
ώσπου οι περισσότερες χαρές κι αλήθειες θάφτηκαν
και κάποιες έχουν ήδη ξεχαστεί, ολοσχερώς. 


σαν αποτέλεσμα ο πόνος δαιμονοποιήθηκε, περιθωριοποιήθηκε, 
απαγορεύτηκε και όφειλε φυσικά ως εκ τούτου, να παραμένει βουβός.
σκάσανε και οδηγίες για όλους τύπου "πονάτε σιωπηλά", ή 
"είστε απόλυτα υπεύθυνοι για τον πόνο σας παρακαλούμε σε κάθε περίπτωση 
κρατήστε τον για τον εαυτό σας.", ή 
"δεν ντρέπεστε να πονάτε; τί θα πεί ο κόσμος;" και 
"άμα κάνετε ότι δεν πονάτε, σύντομα ο πόνος σας θα εξαφανιστεί!" 

κι η μούγκα μεγαλώνει, η απομόνωση.. κι εκείνος μεγαλώνει. ο πόνος. 
απαιτεί την προσοχή σου, ψάχνει για ελιξίρια, σε βγάζει απ τον δρόμο, 
σε κάνει να ιδρώνεις και να ζαλίζεσαι. έχει τους λόγους του. 
έχει βλέμμα, αληθινό, όσο η χαρά σου.
όσο αληθινή θα ήθελες να είναι η χαρά σου 
αλλά δεν είναι. 
μπουκωμένη όπως την έχεις κι αυτή. 
με το μπάτσωμα που'χεις φάει. την απόρριψη. τις ενοχές. 
μια ζωή χωρίς έρωτα. ένα μίζερο και δυστυχισμένο πλασματάκι 
στις όχθες του τελευταίου καθαρού ποταμού
που η εποχή του πέρασε και δεν το ξέρει ακόμη. 


Saturday, March 03, 2018

a cry for love


love
not our love 
love isn't supposed to be this way 
love is a poison ring 
and love has poured you drinks 
now love waits for you to sleep 

don't you lend it to a friend
cause you may not see that friend again 
don't you bother with a cover 
cause love can pick out the fakes
but that's not our love 
not our love

this crime of love
love isn't supposed to be this way 
love will sting and love will burn 
love will steal all you've learned
yes it will
but not our love 

sometimes in your back 
and sometimes in your heart 
you never know
it's a double edged sword
don't you bother with a cover 
cause in a crowd 
love can pick out the fakes
but that's not our love 
not our love 
love




Monday, December 04, 2017

First Lyrics First Vol. 53


there in the middle of the people he stands 

               seeing, feeling

οι άνθρωποι κυνηγιόμαστε κι εμείς
σαν τα ζωάκια
δαγκώνουμε ο ένας τα ποδαράκια του άλλου
σαν να λέμε τις ιδέες του
ή ίσως τα αγαπημένα του στέκια στον κόσμο
ακόμα και τα μυστικά του, τα όνειρά του
και τα κατασπαράζουμε
εαν βρεθούμε σε ανάγκη.

and the day had just began

ο εαυτός μας
είναι ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο αναφοράς
μέσα στον καθένα μας
όπου η αλήθεια του λάμπει και τον αγκαλιάζει
ό,τι και να γίνεται τριγύρω κι ό,τι και να του λένε.

όταν κάποιος "χάνει τον εαυτό του" εννοούμε ότι
έχασε το σημείο του. το μπέρδεψε μέσα στα εξωτερικά ερεθίσματα, 
ίσως το αντάλλαξε ή το άφησε για λίγο και του το κλέψανε... 
και τώρα είναι χαμένη ψυχή. ψυχή που έχει ξεχάσει
το σκοπό της

one time in the year of the fox 

                          when the bell began to ring 

το πιο όμορφο όσο μεγαλώνεις
είναι που σου επιτρέπεται να κοιτάς τις στιγμές σου
και να βρίσκονται στο παρελθόν.
να μοιάζουν τότε πολύ μεγαλύτερες απ όσο περίμενες
και πολύ πιο σημαντικές απ' ότι όταν τις ζούσες

και απερίγραπτα ομορφότερες απ όσο θα μπορέσεις ποτέ
να εκφράσεις με την τέχνη ή την επιστήμη σου
σε εκατό ζωές.

it meant the time had come for the one to go

              to the temple of the king

όταν αναπολείς όλα αυτά τα φαντασμαγορικά παιχνίδια
που έχει παίξει ο χρόνος επάνω σου
κοιμάσαι καλύτερα και ξυπνάς ελαφρύτερος.
είναι σημαντικό να αναπολείς.
να δίνεις την αξία εκεί που της πρέπει
χωρίς να τσιγκουνεύεσαι.

then all could see by the shine in his eyes 

           the answer had been found 

έχω δύο λογιών κόσμους στο κεφάλι μου κι ένας τρίτος 
γεννιέται με κάθε μου ανάσα. 
ενώ η μοναξιά πλέον γίνεται αφόρητη 
όσο πάμε και μαζευόμαστε 
έχουνε χαθεί τα κίνητρα και οι αξίες 
έχουν χαθεί και οι καρδιές μας 
κι έχω ένα καλάθι να γεμίσω και κάπου να το αφήσω 
αν δεν μου το θυμήσεις χαθήκαμε 
κι εμείς. 


                     

Sunday, October 08, 2017

scale down

stand up 
look around 
and then scale that down too

oh i believe in a revolution 
i believe it is a hand 
i believe in its thick hands
that strenghen daily daily on a man 

because see i am a blacksmith 
of metal and words 
and a sheep that's pitch black too
and lord in this life 
that's all we wound up to do 

cause 500years ago when 
these same trees were more dense 
and all this color pristine 
so the chaos it made sense 
there was no knowing of the loss 
of a whole mountain 
of that same mountain that i call home

and lord, lord these same trees 
they rolled on and on 
without mention of vanishing 
or with whom to belong 
and these same mountains 
echoed peace lord 
a long time before the noose lord 
and now that too is nearly gone

so tell me what have we done a a civilization 
to destroy in our way 
oh that metaphorical hand that feeds us 
ya'll we are trashing our own bithday cake 
and i consider myself a sceptic my lord
i'm an optimistic soul 
and we all getting thrown around
and dragged along like the bull 

he's huge and rageful 
and yet somehow subdued
and hauled by those thick rings
so don't you too shut out 
nasty sticky thruth things
here we go 

get the fuck out of your car 
walk it's good for you
stop consuming blindly
and get by on that that you do
have and possess 
and scale that down too

it start's there 
everybody's got a lot to say 
about everybody else
but it's our own transgression 
that always tends to melt away 
and fade into that critique
of who's faul or who's blame or who's wrong
oh oh no no each and every one of us
we are doing something 
that's too hard, or too fast, or too long 
and there's nothing but ourselves 
to make this thing last  

so it starts there 
everybody take a long hard look at you
a long long hard look at you 
lord it starts there
everybody take a long hard look at you 
and you stand up 
and you look around 
and then you scale that down too 







 

Wednesday, January 20, 2016

wake up alone



its okay in the day i m staying busy
tied up enough so i don't have to wonder where is he 
got so sick of cryin' so just lately 
when i catch myself i do a 180

i stay up clean the house at least i m not drinking
run around just so i don't have to think about thinking
that silent sense of content that everyone gets
just disappears soon as the sun sets 

he's fierce in my dreams seizing my guts
he floods me with dread 
soaked in soul he swims in my eyes by the bed 
pour myself over him moon spilling in 

and i wake up alone 

as far as my heart i'd rather be restless
the second i stop the sleep catches up and i'm breathless
this ache in my chest 'cause my day is done now
the dark covers me and i cannot run now 

my blood running cold i stand before him 
it's all i can do to assure him 
when he comes to me i drip for him tonight 
drowning me we bathe under blue light




Saturday, January 03, 2015

δεύτε τελευταίο άσμα των.


σε είχα εδώ 
σίγουρο 
να υπάρχεις 
κι εγώ να ξεμακραίνω 
με τις απορίες μου και τον θυμό μου. 
να μην ανησυχώ για σένα ούτε λίγο 
εξάλλου δεν μου το επέτρεπες. 

άρχισα τα ταξίδια και δεν το μετάνιωνα 
γιατί στην φυγή και στην πειθώ υπήρξα μάνα
για όλους εκτός από σένα 
και σ είχα εδώ
να περιμένεις στο ίδιο σημείο 
να σφυγμομετράς την τρέλα μου ανα πάσα 
ακόμα κι από απόσταση 

τώρα έχω τα χέρια  μου ψηλά να βαστούν τον ουρανό
μην πέσει και το στόμα ορθάνοιχτο 
απ την άρνηση 
θα κάνει μια και θα φάει το μισό πλανήτη.
πάνω στο απίστευτο 
διαγράφονται κι οι πόνοι οι μεγαλύτεροι 

κι ο θάνατος 

μπρος τα μάτια μας κι εμείς ανίκανοι 
να το χωνέψουμε 
το ζούμε ξανά και ξανά 

μπήκα να σε χαιρετήσω 
αλλά φαίνεται ούτε αυτήν την ευκαιρία έχω πια
ό,τι αγάπησα, αγάπησα
ό,τι σε σκοτώνει σ έχει δικό του για πάντα
κι εμείς δεν το 'χαμε ποτέ 
με τα προσχήματα 





Saturday, April 12, 2014

άγιοι και αγγελάκια*






















καλώ τις δυνάμεις της αγάπης και της ευημερίας 
υπερ του ανθρώπου και της αποστολής του 
σε αυτή την πανέμορφη πραγματικότητα 
που ονομάζουμε ζωή. 

απαρνιέμαι τον θάνατο και την εγκατάλειψη 
γιατί τίποτα δεν υπάρχει εκεί για εμένα 
ή για τους φίλους μου τους αγαπημένους. 
απαρνιέμαι τον ύπνο της ψυχής και τις παραισθήσεις της σάρκας 
από αυτή την θέση συνειδητότητας που τόσο απλόχερα 
μου χαρίστηκε από τους προγόνους μου -ορατούς και αόρατους- 
και βαδίζω να την μοιραστώ ώσπου όλοι μαζί να εξελιχθούμε στα όνειρά μας
ευτυχισμένοι. 

τίποτα δεν είναι μάταιο. 
βλέπω τις καρδιές να επιπλέουν φουσκωμένες αισθήματα 
κι ύστερα να εξυψώνονται μέσω της ειλικρινούς αναζήτησής τους 
για αγάπη, αλήθεια, ομορφιά. δέχομαι την ευθύνη 
για κάθε περασμένο πόνο και με αγωνία και χαρά βαθύτατη 
θα εργάζομαι ν απελευθερωθούμε.



τα πάθη μας, τα λάθη μας, η ανάγκη, η επιθυμία κι η κατανάλωση 
η φιλοσοφία, ο χαμαιλέοντας και τα σκατά που πρέπει να μαζέψεις 
η ομορφιά σου. η απίστια και το θαύμα της 
η πίστη και η ευθύνη της 
η μνήμη που πηγαινοέρχεται στα ουράνια παρέα με το κρασί μας 
η στιγμή που θα σε δω και θα τρέξω να σ' αγκαλιάσω 
η λαχτάρα σου για το καλό όλων μας 
το πόσο ίδιοι είμαστε. το πώς με μαθαίνεις ν΄αγαπώ 
η προσευχή της γιαγιάς μου που με φτάνει 
το αστέρι που τ' αρέσαμε κι αποφάσισε να παίξει μαζί μας 
ο θυμός που μεταβολίζεται και γίνεται δημιουργία 
ο δρόμος που δεν τελειώνει
η ψευδαίσθηση της επιλογής και η σκληρή δουλειά 
η ανταμοιβή όταν δεν το περιμένεις. 
η ελευθερία του λόγου και της ψυχής μου όταν σε κοιτώ στα μάτια 
οι προηγούμενες ζωές που δεν ζήσαμε 
η ακόμα μία ευκαιρία να κάνεις το σωστό
ο γιαλός που ξαπλώνω και σε συναντώ 
τα χέρια μου που θέλουν να σου πάρουνε όλους σου τους πόνους 
το πεπρωμένο που ξεπερνάει κάθε υποβαθμισμένη απ' το νου μας φαντασίωση 
τα στέφανα που ξεχάσαμε προτού να τ' αρνηθούμε 
η αόρατη κλωστή που υφαίνει αναμεσά μας ζωής πλεχτό πανέμορφο 
το να δίνεις ό,τι έχεις 
η μουσική στ' αυτιά μου όταν σε πρωτογνώρισα 
η ανάσταση του γέλιου σου 
η απουσία κριτικής και η αποκάλυψη 
ο λόγος που γεννήθηκες. 




Tuesday, March 18, 2014

First Lyrics First Vol.52

αφιερωμένο. 



























χαράματα η ώρα τρεις 
                    θα 'ρθω να σε ξυπνήσω
                                
τρίτη και φαρμακερή τρίτη και λυτρωτική
ένα κι ένα κάνουν τρία
τον μικρότερο υπαρκτό αριθμό...

δεν θα μας δει άλλος κανείς
                           μόνο το φεγγαράκι

μια και ρωτάς όχι δεν ντρέπομαι 
που πρόδωσα τα πάντα εξόν εσένα 
γιατί όταν με συγχωρείς στον κόσμο αυτόν 
γίνονται θαύματα από αγάπη καμωμένα

έβγα στο παραθύρι σου να σε χαρώ
                           και δως μου ένα φιλάκι

κέρνα τσιγάρο και κρασί ολόκληρο το κόσμο 
ήσυχη να με αφήσει για να σβήσω 
ενόσω σε κοιτώ να φεύγεις και γι αλλονών 
τον πόλεμο συνέχεια να πονάς

την μυστική αγάπη μας 
                        κρυφά να την κρατήσεις

γραμμένη ήτανε ήδη η ιστορία από τα πάθη μας 
μα δεν διστάσαμε στιγμή
ανάγνωση αν μάθαινα εγώ κι εσύ 
αν ήξερες καλύτερα γραφή

Wednesday, December 25, 2013

καίγομαι καίγομαι*

pon zi photo: pon and zi Pon_and_Zi_Everywhere.jpg



σταμάτησα να σου γράφω
γιατί δεν απάντησες ποτέ

γιατί δεν μου είπες ποτέ
ποιός ήσουν στ αλήθεια
μία μέρα συλλογίστηκα 
πρέπει να είσαι η ίδια η μοναξιά

οικειοποιούσουν τα πάθη και τις αδυναμίες μου
η φωνή μου όποτε ήθελες
συνταιριαζόταν με των αγοριών που για εκείνα πέθανα
πολύ πριν γνωρίσω τί είναι θάνατος
μα στερνά και μ΄εκείνου που στο πλάι του αναστήθηκα
πολύ αφότου είχα φιληθεί με την ζωή στο στόμα


σε κάθε περίπτωση υπήρξα απούσα
άνθρωποι πίστεψαν ότι με κοιτούν 
ότι μου μιλούν κι ότι εγώ τους αποκρίνομαι 
αλλά πίσω από κάθε φράση μου 
γύρευαν εσένα 

περαστικούς διάφανους αγκάλιαζα και φιλούσα 
μέσα σε πεφταστέρια κι εκρήξεις αισθημάτων
ενώ το μυαλό μου κατέκλυζαν στίχοι χρυσοί
γραμμένοι για σένα που ψιθύριζαν 
την υπέρτατη αξία της αποκάλυψης 
της δικής σου στιγμής και ποτέ της δικής μου
αφού χωρίς να το καταλαβαίνω
έλειπα


ήσουν σανίδα σωτηρίας
που με τις πρώτες βροχές έγινε βαρίδιο
οι ρίζες μου σε αυτόν τον κόσμο
το παρελθόν που δεν διάλεξα
και το μέλλον που αδυνατώ να ονειρευτώ
όλες μου οι θύμισες που εξαφανίζονται
σε κάθε ρίγη απ' το κρύο ή το δέος
και γυρίζω στην αρχή

μου άναβες τα τσιγάρα
καθώς μου έσβηνες τα χνώτα
να μπερδεύονται πιο εύκολα με της μοίρας τα γραμμένα
να μην κουνάω ρούπι από το σχέδιό σου

τώρα αναρρωτιέμαι
μήπως ήθελες κι εσύ απλώς
λίγη αγάπη



Friday, November 29, 2013

κλειστό το μαγαζί και δεν πουλάμε*



η άγνοιά σου δεν έπαιρνε του αγγέλου της νερό 
στο χρεώναν ακριβά και δεν μασούσες
κι ήταν την πρώτη φορά που σε αφήσανε ελεύθερο 
που το μυαλό σου πόνεσε κι από τον πανικό του 
αποφάσισε να φτιάχνει κάγκελα 

η παράνοιά σου δεν δίνει έλεος 
δεν βρίσκει τέρμα μα την αρχή της πια δεν την θυμάσαι 
κι ήταν την πρώτη φορά που σε βάλανε στο κλουβί
που η ψυχή σου αποφάσισε να πέσει σε ύπνο βαθύ 
για να μην βλέπει τα κάγκελα 

σε συναντώ ένα βροχερό ξημέρωμα 
που έχει ξεπλύνει όλα τα χρώματα κι ήταν τότε 
που έγινα ένα με την υποψία της μνήμης σου και χώθηκα 
στης ψυχής σου τα όνειρα κι άρχισα να σου τραγουδώ 
και να καλώ κι άλλες βροχές

κι ήταν τότε που άρχισα να έχω υπομονή 
και που το να καβαλάμε το διάολο μας έγινε παιχνίδι 
και κρυφή συμφωνία ο ένας με του άλλου την μνήμη δώσαμε
να ξυπνάμε από δω και μπρος μόνο σε όνειρα 
που η ψυχή έχει διαλέξει