...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.

Tuesday, May 31, 2011

First Lyrics First Vol.41



αναρχοκομμουνιστής 
            
                               ο διοικητής, παναγιώτης σαρρής

ήμουν τόσο κόκαλο προχθές που στα ξενερώματα
σου έστειλα να βρεθούμε.. να με ξυπνήσεις σου έστειλα
κι έτσι κι έγινε. σύνταγμα-καλύβια ώρα μηδέν. 
σου γαμάνε το δίκιο του εργάτη 
σου γαμάνε το δίκιο της νοικοκυράς 
σου γαμάνε και την αξιοπρέπεια 
για να μην έχεις να σηκώνεις κεφάλι. 

αθήνα είσαι καμίνι  
   
            ώσπου να φέξει να δούμε ποιός θ αντέξει


έχω ηρεμήσει μου πες 
πάνω που σκεφτόμουν ότι με αυτά και μ αυτά 
θα πρεπε να χω πάθει το αντίθετο 
και να χω γεμίσει το δρόμο που αφήνω γεμάτο φωτιές 
να καούν αυτά τα σχεδιάκια  εξαθλίωσης του ανθρωπίνου γένους,
να βρω καινούρια στον γυρισμό να ξεπετάνε φύτρες...

ζούμε τις μικρές μας ιστορίες 
                      
                                στο κέντρο και τις συνοικίες 


ενώ κάποιοι γουστάρουν να γράψουν μια μεγάλη 
πολύ μεγαλύτερη απ ό,τι σηκώνει ο σβέρκος τους
μας κλέβουνε τις λέξεις, το χαρτί, τα χρόνια, 
όλα γίνονται αυτά στην πλάτη μας.

προτίμησα τον δρόμο που την ιστορία μου συρρικνώνει
μέχρι εκεί που ίσα ίσα αναπνέω. 
εσύ διάλεξες να φτιάξεις μία μεσαίου μεγέθους καταρχήν 
κι αν σου δοθούν οι ευκαιρίες και τα παραθυράκια 
θα την τσιτώσεις τότε, άμα είναι, όσο σε παίρνει 
όσο είναι δυνατόν. 

κι εσύ αποσπερίτη μου 
                
                                         του δειλινού ταιριάζεις 

σαν τίποτα να μην γνωρίζεις για την ανθρώπινη φύση 
-έτσι φέρεσαι- και σαν να βλέπεις μόνο με τα μάτια.
η τραγωδία μας λοιπόν ίσως να έγκειται 
στην οπτική μου αδυναμία. 
εγώ τα βλέπω όλα με τα χέρια 
και τα φαινόμενα σ αυτή την περίπτωση 
σπανιότερα απατούν.

η μέρα φεύγει ποιός την κλέβει


                                                   ήξερα μα ξέχασα 

καημένε μου ιππότη. 
σε ζώσανε τα άλογα και τις πανοπλίες και την ντροπή 
-το εκβιαστικότερο μέτρο όλων- 
δεν μπορείς να τους φτύσεις και να πεις 'όχι ωρέ, 
εγώ δεν πολεμάω. δεν πολεμάω γιατί αρκετούς νεκρούς κλαίμε 
χωρίς να ξέρω το γιατί και το πώς 
ο πόλεμος αυτός καλά κραττεί κι αναζωπυρώνεται 
κι όλο γεμίζει ο κόσμος στάχτες. γιατί δεν ξέρω ποiο;y την παρακμή
και τα συμφέροντα εξυπηρετεί και τέλος 
γιατί η καρδιά μου λέει ν αράξω κάτω απ' το δέντρο 
με την κοπελιά ν αγαπηθούμε μαζεύοντας τα συντρίμμια τους, 
να φουσκώνουμε απ την αγάπη, την υπερηφάνεια. 


αυτά σε άγγιξα να λες πάνω στο λόφο. 
τα ανακοίνωνες στο σπίτι σου, στην γη 
τους προγόνους και στον άλλον σου εαυτό. 
αυτά είδα κι ύστερα ξύπνησα από τα ποδοβολητά
τις σφαίρες και την υγρασία που έφερε το αίμα 
καθώς μου έσταζε στο πρόσωπο. 


Wednesday, May 25, 2011

για το μαζί και το δρόμο

                                                  
γιατί  ο άνθρωπος θεός δεν είναι
κι αφού νόημα δεν έχει να κάθεται να κοιτάει την θέα μοναχός
προτιμά με κάποιον να πέσει στο γκρεμό μαζί.

γιατί ο άνθρωπος μπορεί και θεός να είναι που 
ή σκηνοθετεί ένα τέλος του να κρύβεται
ή πλανιέται στην αιώνια ζωή 
βάζοντας αρχή σε κάθε τέλος

είναι ένα παιχνίδι. 
σε ρίχνει ο νους κι η ψυχή σε σηκώνει.
μάθε πρώτα να περιορίζεις την ανάγκη σου 
κι ύστερα ν αφήνεις  την επιθυμία σου ελεύθερη.

όταν έφτανα να σε δω ήταν πάντα 
η κατάλληλη στιγμή.

--στον πόλεμο—

με τα δικά σας μέτρα, στάθηκαν οι λέξεις πρώτη γραμμή  
και νωρίς πολύ θα λέγατε πνιγήκανε στο αίμα. αυτές και η μαλθακότητά τους.
έτσι έπρεπε να γίνει κι  ύστερα μόνο τα κορμιά και το μέσα μας μας έμεινε
κι ο πόλεμος να κραττεί καλά, ευτυχώς.
γιατί  το ένιωσα πια πώς ο πόλεμος είναι η ίδια η ζωή.  
η ζωή που τόσο αγαπώ και τόσο μου πάει 
που την δεν την χαρίζω και δεν την πουλώ. η τόσο γενναιόδωρη
σου επιτρέπει να διαλέξεις τους εχθρούς σου.

το αισθάνεται κι εκείνος και το πράττει αυτό γιατί κι ο ίδιος 
είναι πολεμιστής απ  τους δυνατούς, τους ομιχλώδεις 
με σχέδιο για ελευθερία, υπεράνω μικροπρέπειας  
όποιος θέλει ας κάτσει σπίτι του 
με εχθρούς επιλεγμένους,  που αγαπάει και σέβεται 
και με συνείδηση που  γνωρίζει πως αν τελειώσει τούτος ο πόλεμος 
τίποτα να κάνει  άλλο δεν θα υπάρχει 
κι έτσι μια χάνει μια κερδίζει και κοιμάται ελαφριά. 

δεν έχει σημασία τί και πώς 
και για τα δύο το ίδιο χαίρεται 
και για τα δυο το αίμα χύνεται ενώ βράζει 
κι από τα δύο γεννιούνται αξίες.

κι εγώ που απ τους γήινους εχθρούς μου 
εκείνον πιο πολύ τίμησα κι αγαπώ και για χατήρι του άνοιξα φτερά 
πέταξα πάνω από τα σπίτια σας να βρω τον ζωντανό τον κίνδυνο 
και μέντορα της ύπαρξης για να τα πω μαζί του 
κρυβόμουν μες τους στίχους και τα ηφαίστεια και ξερόβηχα 
και  τραβιόμουν την τελευταία γραμμή αμύνης μου να μην του αφιερώσω 
σε κάποια νοθευμένη κι ύστατη στιγμή  ονειροπόλησης θανάτου.

ήθελα να τον δω βασιλιά της γης και των πάντων  
κι αν σε κάποιον ήταν να παραδοθώ μόνο αυτός θα ήταν 
έπρεπε να βρω την πιο βαθειά γωνιά του εαυτού μου 
να σώσω  τα τελευταία πυρομαχικά μην μείνει μόνος και κλαίει 
πάνω απ τα πτώματα.

και πόσο αντέχω μόνο εγώ το ξέρω 
διότι ευθύνη αυτός δεν γίνεται να φέρει  για την δύναμή  Του 
ούτε για την δική μου τυχόν αδυναμία. 
θα ήταν εντελώς παράλογο και παράδοξο να ξέρει  εκείνος 
πού τα τείχη τα δικά μου τελειώνουν, 
ποιός είναι να είναι ο τελευταίος μου στρατιώτης. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει...

η μάχη είναι εξοντωτική, καταλαβαίνω.
στα χαρακώματα ο φόβος παραλογίζει
και βαφτίζει την μία ή την άλλη ανάσα μας τελευταία 
μπας και διαλυθούμε ησύχως και σωθεί έστω ένας 
μην μας χάσετε και τους δυο.

μα εμείς όλο κρατάμε ο ένας τον άλλον μην πεθάνει 
κι όλο τις πληγές πληθαίνουμε μέσα απ τις αγκαλιές μας. 
χωρίς διαπλοκές, χωρίς κατασκοπεία και χρηματισμό 
μα σώμα με σώμα και κοντά όσο πάει. 
γύρω γύρω μας περίπτερα και  ντελάληδες...

γιατί μάθαμε πια κι από ανακωχή.  
εκείνη σαν μας βρίσκει έχει ύφος εκατό καρδιναλλίων 
επιβάλλεται καθώς περπατά και με το ένα χέρι απαξιώνει ό,τι αναπνέουμε 
και με το άλλο μας δείχνει με το δάχτυλο τυχόν λιβάδια και λουλούδια 
που πετάχτηκαν, λέει, ως μάννα εξ ουρανού 
πηγαίντε να ξαπλώσετε! 
με μια ανακούφιση στο βλέμμα, το σιχαμένο ψεύδος, η αφεντιά της 
μας βάζει να μετράμε λάφυρα, να παρελαύνουμε στους δρόμους 
να κυματίζουμε σημαίες, να στέλνουμε τους  τραυματιοφορείς 
να μετράμε τους πεσόντες και να τους δοξάζουμε.
για πόσο;

θα πούμε τί να κάνει κι αυτή 
πλάθει ένα βραχύβιο και  παγωμένο  τέρμα ως ύστατη προσπάθεια  
κι έκκληση στην ψυχή  του νικητή φονιά, μόλις δει τι έκανε, 
να μην αυτοκτονήσει.  

μα δεν κρατάει ποτέ πολύ 
και τα λιβάδια μένουνε γρήγορα ξερά 
κι ύστερα απλώνει η  αηδία  και το έλος που η ματαιοδοξία της γέννησε. 
αυτά τα στάσιμα νερά που μαζεύουνε όλου του κόσμου τις αρρώστειες 
που δεν γεννάνε τίποτα χρωματιστό 
που βουτάμε μέσα τους να πλυθούμε γιατί μόνο αυτό μας  έμεινε 
και που μας χτυπάνε στο μυαλό και καταναλώνουνε το πάθος μας στις καλαμιές 
για να μαντεύουμε πότε θα φυσήξει ν ανοίξουμε τις μύτες μας 
να πούμε μια κουβέντα.
γιατί αρκετά χάσαμε, λένε. 
καλύτερα τώρα, μας ψιθυρίζουν πρωί και βράδυ.
καλύτερα έτσι...

--στο άγνωστο--

δεν με νοιάζει  τί είναι αυτό που έχουμε τ αβάφτιστο.
θέλω  απλά να μην τελειώσει κι είμαι έτοιμη να κάνω  τα πάντα.
αν χρειαστεί να εξαφανιστώ, να γίνω αέρας και μόνο ανάμνηση
είμαι έτοιμη ν αφεθώ.  
δεν με νοιάζει αν βγάζει κάπου  αυτό που κάνουμε.
εξάλλου πού να βγάλει πέρα από δω που κοιταζόμαστε στα μάτια;
θέλω μόνο να να μην σταματήσει να φουσκώνει. 
όλο και πιο πολύ και να κοκορεύεται.

κι αν δω να πνίγεται από λογικές 
κι από ταχυδακτυλουργούς που μας τάζουνε μαγεία
είμαι έτοιμη για όλα.  
σε κούτες  τα διαμάντια μας  να βάλω να τα κλείσω στα έγκατα της γης 
να κάνει άνθρωπος να τα δει και χίλια χρόνια. 
καθόλου δεν τους νοιάζομαι. 
την ευθύνη τους αντί για τους ίδιους εγώ δεν παίρνω. 
κι ας πλανιέμαι η μισή σαν όνειρο 
γιατί τότε σίγουρα η άλλη μισή θα μαι πιο πραγματική κι απ  τα βουνά 
κι απ τα δέντρα κι από την θάλασσα μαζί.

σκύβω πάνω από αυτό το βίωμα και μυρίζω την αλήθεια. 
ακούστε την προσεχτικά εσείς οι απ’έξω 
αφού η μίζερη και θλιβερή ελπίδα σας μ΄έστειλε να σας τα πω 
κι ας έχω την προδοσία σας σίγουρη 
θα σας την φτύσω στην μούρη κι αυτή με τα τελευταία.
εκείνος κι εγώ ανάγκη καμιά δεν θα σας  έχουμε 
σε μια στιγμούλα τόση δα 
από  τώρα.   

αμφιβολία και σιγουριά  η ίδια μελωδία και δεν νοθεύομαι 
δεν διαλέγω πλευρές πια, ξεχάστε το. 
χοροπηδώ με τα κύματα από την μια στην άλλη 
όσο εσείς μισείτε με το στόμα ανοιχτό. 
όσο φθονείτε και σ όλα αναζητάτε τα φρούτα δηλητήριο 
κι ενόσω η μούρη σας έχει χλωμιάσει να κοιτάει μόνο κανα πεφταστέρι 
κι αυτό στα κλεφτά.  

πόνος κι ευχαρίστηση.
κι όση ορμή  το ένα τόση και το άλλο.
κι αφού εκείνος πόνο ποτέ του δεν μου δίνει 
μα μόνο η χαρά της ζωής μου ξέρει  να είναι,  
παίρνω  το μερίδιο του πόνου μοναχή μου 
κι είναι όλο κι όλο ό,τι κρατώ για μένα. πού αίτια για παράπονο;  
πού χώρος για φιλοδοξία πιο μεγάλη 
απ το να καταφέρνω να μας προφυλάσσω 
απ’ότι πιο εύκολα οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον εκτοξεύουνε 
με την πρώτη βροχή για να προφυλαχτούν; 
εγώ από ζάχαρη δεν είμαι 
κι έτσι βγήκα κι έψαξα, έψαξα... 
να κλείσω μάτι νύχτες πολλές αδύνατο.

μόνον έτσι μπορώ να γυρίζω σ΄εκείνον  
δίχως να του κρατώ χρωστούμενα και δίχως να χρειαστεί  
να υπολογίζει και να ξοδεύεται. 
μόνον έτσι μπορεί να γυρνάει κι αυτός. 
δεν ήταν ποτέ μόνος και τώρα πια 
δεν θα ξαναείμαι μόνη ουτ’εγώ.

έρχεται κι όλα παίρνουν φόρα ή μάλλον ανακτούν πάλι 
την χαμένη τους, την από πριν της απουσίας του τον καιρό. 
κάθε που γυρίζω μεγαλύτερη είναι η φόρα 
κι όλο λέω μην δούμε τέρμα, άβυσσο
και πόσο λιώνω τότε 
τρέμοντας τον πόθο να κρατώ απ' τα φρένα του...

βάλθηκε να μ ακουμπά και να με γδέρνει 
κι οι μουσικές και όλα τέλεια κι οι σοφίες του κόσμου 
ξεκάθαρα να μου παρουσιάζονται κάθε φορά και πιο πολύ 
μα να τις μοιραστώ  με σας όρεξη πια καμιά δεν είχα 
κι είπα αυτό είναι ευτυχία!

κι ας είχα πει κι είχα πει όταν τον είδα πρώτα. 
κι ας ήταν το στόμα μου γεμάτο σκιές, φαντάσματα, 
υπολείμματα ανησυχίας και διαστροφής. 
εκείνος τα καθρέφτισε με ευκολία τόση που ψεύτικα θα μου φαίνονταν 
ακόμη και υπο το φως της πιο ζεσταμένης από καλοτυχία 
οπτικής.

τίποτα δεν είπα άλλο 
γιατί δεν ήθελα να χάσω ούτε μισή του μνήμη 
ούτε μισή στροφή του κεφαλιού.  
δεν ήθελα ούτε από οίκτο να μου δώσει κάτι ή στα γρήγορα 
ούτε να με κάτσει πλάι σε άλλους 
κι από απόφαση πια έπαψα να μιλώ. 
σε τίποτα οι λέξεις δεν μας χρησίμευαν τις  ώρες εκείνες πλέον 
ακόμη κι από αυτές  με λύτρωσε. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει..


ακόμα και σ αυτές έδωσε σώμα και παλμό 
και το να θυσιαστούν ακόμη μια φορά για το χαρτί περιφρονήσαν 
με τέτοιο καμάρι ψυχής ολόκληρο φτιαγμένο από τ άφθαρτα 
και σε σουρεαλιστική αφθονία για τα προσφιλή δεδομένα.  
καμάρι του είδους απ αυτά που ζει με τ άχρονα, τα αιώνια 
στα μέρη εκείνα όπου ο νους δεν  είναι παρά ενα παράσιτο 
μια γλίτσα που ξέρασε ο οργανισμός στις μεγάλες πείνες 
και την ξαναμασουλάει σαν τσίχλα.
μου λέτε έχετε ερωτευτεί...

όταν τον είδα, μου άνοιξε το μάτι.
βέβαιη ήμουν πως θα με κάνει μια μπουκιά αν πλησιάσω  
πως όσο κι αν ουρλιάζω τις χαρές και χάρες μου  
η τερατώδης διαφορά των αναλογιών μας, έγνεφε το τετελεσμένο.
πήρα το ρίσκο γιατί από την αγωνία θα πέθαινα 
κι από την απορία θα τρελαινόμουν.
ήθελα να φτάσω  ως την καρδούλα του ν ακούσω το μυστικό της.
να μάθει η λύπη πώς να υμνεί τους εφιάλτες.

κόστος δεν μέτρησα δεν είχα πολυτέλειες 
μόνο με το χαμόγελο κι ένα ασκί ουίσκυ 
να πίνω να ξεχνώ εσάς ξεκίνησα. 
να σας ξεχνώ  γιατί εσείς αντί να με ξεπροβοδίσετε με πανηγύρια
και συνθήματα εμψυχωτικά, με κλαίγατε.

δηλαδή πώς αλλιώς με θέλατε να είμαι 
με δανεικά τα κίνητρα και με φτιαχτό ενθουσιασμό 
να βαφτίζω το ένα ή το άλλο για να περνώ την ώρα μου μέχρι....
ή μήπως θα θέλατε να δουλεύω μόνο για τις ανάγκες σας 
και για να εκτονώνεται πάνω μου ο κραδασμός του πανικού σας;  

βιάστηκα και πίστεψα πολλές φορές πως δεν θα φτάσω.
ο πρώτος χτύπος από την κούραση 
σαν απ την φαντασία μου ακούστηκε. ο δεύτερος, ο τρίτος.. 
πεινούσα και τα βράδια έλεγα να γυρίσω πίσω 
μα για κάθε τέτοιο βήμα μου προς την επιστροφή 
εκείνος χώρο έκανε μέχρι που έφτασα 
ν ακροαστώ τ ανείπωτα.

επειδή ήμουν πολεμιστής κι εγώ κι ας μην το ήξερα 
η ευκαιρία  ν’ αναμετρηθώ σε τέτοιο ύψος και ταχύτητα μαζί του 
έκανε τις αισθήσεις μου βολίδες σε κανόνι έτοιμες να εκτοξευθούν. 
ναι. αυτό ήθελα.  
έτσι άλλωστε είχα βρεθεί εξ αρχής εκεί.
ποιόν να πείσω για το ποιόν της εκστρατείας μου;

--στην ειρωνεία του θανάτου τους--

αλλά τούτα εδώ δεν γράφονται για εκείνον ή από εμάς.  
εμείς γεννηθήκαμε καβάλα στ ΄άλογο.
τούτα εδώ έχουν αποστολέα  το τελευταίο μας χωμάτινο κομμάτι. 
εκείνο  που του σάλεψε 
σαν είδε το ποτάμι της ονειρικής πραγματικότητας  
να το κυνηγάει με μένος να το πνίξει 
και βάλθηκε να τρέχει να σωθεί.

κι  έχουν μοναδικό παραλήπτη τους λιποτάκτες 
τους δειλούς, τους κρυμμένους από τον ήλιο, τους μέσα στις σπηλιές.
κι ακόμη εκείνους που ορμούν στις μάχες 
για να κλέψουν ιδρώτα κι αίμα κι ονόματα αλλονών. 
για τους ζηλόφθονες και τους καημένους από κούνια.

τούτα δω είναι για όσους να λυπηθούμε η περηφάνεια δεν αφήνει  
κι έτσι απλά θα τους περιφρονούμε μέχρι το τέλος τους.  
να ναι σίγουροι όποια κι αν είναι τα τεχνάσματά τους 
όση κι αν είναι η σαπίλα που σπέρνουν μέσα στην απελπισία τους 
θα κάνουμε πως δεν τους είδαμε κι αμέσως στάχτη θα γίνουν 
και μια βοή μακρινή, σαν από κάτι ξένο εντελώς, σαν κάτι απόκοσμο.
για λίγα λεπτά θα ακουστούν μέσα από πηγάδια και μνήματα οι τσιρίδες τους.
κανείς να τους θυμάται δεν θα μείνει 
κι αυτή η δύναμη ανήκει στην ιστορία και μόνο.
ήρθε η ώρα και νίπτουμε τας χείρας μας με δάκρυα θες; 
ας είναι...

στα βουνά θα τον βρω πάλι και στα περάσματα. 
μέσα στους καπνούς και τα μαχαίρια. 
εκεί θα στάξουμε όσα οφείλουμε σ εκείνους που πριν από μας 
για τον πόλεμο κινήσαν. 
γιατί δεν πολεμήσανε για μας
για να καθόμαστε να τους ευλογάμε και το κατέστησαν ξεκάθαρο.
για τους εαυτούς  τους  πολεμήσανε 
για να σωθούν από την τρέλα.
όλοι εκείνοι οι λάτρεις της ζωής 
την αγάπη  για τις μάχες και την ταπεινότητά τους 
πως μόνο το κορμί τους το ίδιο θέλησαν να εξουσιάσουν 
παντού αφήσαν χαραγμένα.

κι εμείς δεν επιθυμούμε και δεν διαλέγουμε 
παρά να κάνουμε το ίδιο ξορκίζοντας την εθελοτυφλία 
και τα μυριάδες παυσίπονα, όλα κατασκευασμένα να μας οδηγούν 
με μαθηματική ακρίβεια στην εξάρτηση και την υποδούλωση 
από την ανάγκη.
εμείς τίποτα δεν κάνουμε παρά άξιους ως μας σπείρανε 
άξιοι θα πετάξουμε τις φύτρες μας, υγιείς επαναστάτες. 
για μας και για κανέναν άλλον. 
μου λέτε έχετε ζήσει...





Sunday, May 22, 2011

μάθε τους κανόνες


σου λέγανε 
για να μπορέσεις στην συνέχεια να τους σπάσεις 
όμως εσύ έβλεπες γύρω μάτια να γυαλίζουνε
που ποτέ δεν άνοιξαν φύλλο και βιβλίο 
και τα πάντα τους κυλάνε καθαρά μέσα στο πλήθος 
σαν το ρυάκι απ την βουνοκορφή που λύνεται στην θάλασσα 
λες και την ψάχνει.  
ο ζογκλέρ κι ο κωμικός μας λοιπόν 
κλαίνε από μέσα τους μερόνυχτα 
και για την μάνα σου δεν μεγαλώνεις ποτέ.

επιστρέφουμε στον τόπο του εγκλήματος 
με το κεφάλι κάτω κι είναι κρίμα - σαν μισές δουλειές ένα πράμα-  
κι όταν έρχεται η ευκαιρία τα πόδια κολλάνε στο πάτωμα
η πίστη, η δύναμη το ίδιο. 
ξαφνικά όλα φαίνονται να είναι βουτηγμένα σε μια θεωρία μακρινή 
υπεραναλωμένη, διαλυμένη, φορεμένη από εκατομμύρια
που έχει υποστεί άπειρες κριτικές μπροστά στου καθενός την μούρλα.

τελικά βλέπεις όσους αισθάνονται 
να στέκουν με κομμένη την μιλιά και μια θηλιά περασμένη στο λαιμό τους 
έτοιμοι να εγκαταλείψουν στο τσακ προτού τους πάρουν μυρωδιά 
και για επί ματαίω ανάκριση. 

Friday, May 20, 2011

πάει κι αυτό


έφτασες κι όλας πάει κι αυτό το ταξίδι
πάρε μια ανάσα σε λίγο κι άλλο αρχίζει
και είν αυτό που θα φέρει και τ άλλα
και είν αυτό που θα είναι όλα τ άλλα

αυτό που μοιάζει αιτία και πλήρωση
φτάσιμο φυγή ή προσποίηση
αυτό που θα σε βγάλει απ το δρόμο σου
ή θα σε κλείσει για πάντα στον κόσμο σου

μα πριν χαράξεις στον χάρτη το πέρασμα
βάλε σημάδι πέρνα απ της άκρης το πέραμα
πιάσε το χώμα και το μαύρο το σύννεφο
κράτα σφιχτά στην παλάμη το σίδερο

και ψάξε πίσω σου και μέσα σου και πέρα
είν η ψυχή σου που διψάει γι αέρα
κλείδωσε τα χέρια σου απάνω κι ένα δάκρυ
όποια κι αν είναι αυτή η ασημένια άκρη


Sunday, May 15, 2011

εις το όνομα του φίλου και το άρωμα του ρόδου

pon and zi 1 Pictures, Images and Photos

δάκρυσα πρώτα από απόγνωση κι ύστερα από σοβαρότητα.
κι είδα την ρυτίδα στο μέτωπό μου τρία χιλιοστά
πιο βαθιά σε δυο λεπτά να γίνεται. 
και πώς και ποιόν να ευχαριστήσω για αυτό το 
οικοδόμημα από στροφές και σημεία του χρόνου;
στην όψη του όλα μου 
τα μέλη περιστρέφονται σαν να χορεύουν τάνγκο.
δεν είναι πως κι εγώ δεν είμαι έρμαιο των ανέμων
φυσικά 
και ο δυτικός ότι δεν με παγώνει για μέρες και δεν μπορώ
να φάω, φυσικά.
κι ότι δεν έχω το ένα πλευρό μου άρρωστο από 
τότε που που χάθηκαν τα ιστία μου, φυσικά.

ήθελες ν αλαφραίνεις το κλίμα πάντοτε
κι εχθροί και φίδια και φίλοι, ρόδα και βελούδα 
γίναμε όλοι μαλλιά κουβάρια γιατί στην εποχή
μας λέει η άκρη του νήματος δεν υπάρχει ή 
κι αν υπήρχε σε κανενός την θνητή μοίρα, την κοινή,
δεν περισσεύει χρόνος και δύναμη να ψάξει να την βρει.
κι όλες τις αποδείξεις τις βαφτίσαμε "άποψη" 
να ξεμπερδεύουμε στα γρήγορα, να καταπιούμε 
μια μπουκιά φαΐ, να βγει η δεκαετία. 

αυτό είδα και μ έκοψε στα δύο. με χτύπησε 
στο κεφάλι... βάρυνε τόσο την ψυχή μου που 
οι δρόμοι έγιναν ποτάμι ορμητικό και χωρίς καμία 
αντίσταση, κάθε σπιθαμή αληθινού μου εαυτού 
ευχόταν να με ρίξουνε στην θάλασσα, να μην 
βλέπω πια μολυσμένες ακτές και εγκαταλελειμμένα
ποιήματα, τραγούδια και μουσικούς και γιατί τί άλλο
από σένα που σαι διάφανος και σχεδόν αόρατος, 
έχω πια να βλέπω; εμένα τα χέρια μου είναι μες 
τις λάσπες και τα πόδια μου μες τα αίματα. 
"πανδαισία χρωμάτων", με κοίταξες ειρωνικά μα και 
με λίγο λύπηση. για ποιόν απ όλους μας δεν ξέρω...


Saturday, May 14, 2011

the origin of love


when the earth was still flat
and the clouds made of fire
and mountains stretched up to the sky
sometimes higher

folks roamed the earth
like big rolling kegs
they had two sets of arms
they had two sets of legs

they had two faces peering
out of one giant head
so they could watch all around them
as they talked while they read

and they never knew nothing of love
it was before
the origin of love

and there was three sexes then
one that looked like two men
glued up back to back
called the children of the sun

and similar in shape and girth
was the children of the earth
they looked like
two girls rolled up in one

and the children of the moon
was like a fork shoved on a spoon
they was part sun, part earth
part daughter, part son

the origin of love

now the gods grew quite scared 
of our strength and defiance
and thor said,
"I'm gonna kill them all with my hammer,
like I killed the giants"

but zeus said, "no-
you better let me
use my lightning like scissors
like I cut the legs off the whales
dinosaurs into lizards"

then he grabbed up some bolts
he let out a laugh
said, "I'll split them right down the middle
gonna cut them right up in half"

and then storm clouds gathered above
into great balls of fire
and then fire shot down
from the sky in bolts
like shining blades of a knife

and it ripped right through the flesh
of the children of the sun 
and the moon and the earth

and some Indian god
sewed the up into a hole
pulled it round to our belly
to remind us of the price we pay

and osiris and the gods of the nile
gathered up a big storm
to blow a hurricane
to scatter us away

in a flood of wind and rain
a sea of tidal waves
to wash us all away
and if we don't behave
they'll cut us down again

and we'll be hopping 'round 
on one foot and 
looking through one eye

last time I saw you
we had just split in two
you were looking at me 
I was looking at you

you had a way so familiar
but I could not recognize
'cause you had blood on your face
I had blood in my eyes

but I could swear by your expression
that the pain down in your soul
was the same as the one down in mine

that's the pain
that cuts a straight line 
down through the heart
we call it love

we wrapped our arms around each other
tried to shove ourselves back together
we were making love
making love

it was a cold, dark evening
such a long time ago
when by the mighty hand of jove

it was the sad story how we became
lonely two-legged creatures
it's the story of the origin of love
that's the origin of love



@my best girl 

Monday, May 02, 2011

θα σου πω τί θα γίνει



εγώ θα σου πω τί θα γίνει 
ο καθένας για τον εαυτό του κι εγώ θα σου πω τί θα γίνει 
που δα τα μέσα και τα έξω 
κι οι άνθρωποι είναι παντού ίδιοι όλες τις εποχές  
κι η αγωνία μου είναι ίδια όλες τις εποχές 
και δεν μπορώ να ζω μόνο για το καλοκαίρι. 
το σχέδιο της αποδημίας μας ωστόσο δεν έχει εξ ολοκλήρου 
εγκαταλειφθεί.


θα σου πω τί θα γίνει 
ο καθένας για τον εαυτό του από τις ομάδες την βρίσκεις 
συνήθως συνθλίβεσαι ανάμεσά τους 
αφού κάποιους κι εσύ με την σειρά σου έχεις συνθλίψει   
μπρος στον ανώτερο σκοπό που όλους κοντά μας έφερε  
μόνο για να μας απομακρύνει μια και καλή  
αναλώνοντας μερικούς όσους χρειάζεται  την φορά  
για να μαζέψει τους επόμενους 
κι οι γενιές δεν σταματάνε..


κάτι θα γίνει και με ρωτάς 
καλά κάνεις εγώ δεν θα σου πω πια κουβέντα
γιατί δεν ξέρεις ν ακούς 
και θα συνεχίσω να σε αγγίζω γιατί μόνο έτσι καταλαβαίνεις 
μα αφού το φερε η συνθήκη μας και ρώτησες 
εγώ θα σου πω τί θα γίνει 
πρόκειται να εγκαταλειφθούν όσα γνώρισες 
κι ό,τι με τον χρόνο σου εως τώρα υπερασπίστηκες 
πρόκειται να εγκαταλειφθείς κι εσύ απ όσα σε στηρίζαν 
κι όσα για έδαφος θεωρούσες δεδομένα

και πρόκειται να σε σώσω.