...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.

Thursday, May 24, 2012

ο ύμνος της αγάπης


ἐάν ταῖς γλώσσαις 
τῶν ἀνθρώπων λαλῶ και τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δέ μή ἔχω,
γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον.

Καί ἐάν ἔχω προφητείαν
καί εἰδῶ τά μυστήρια πάντα
ὥστε ὄρη μεθιστάνειν,
ἀγάπην δέ μή ἒχω, οὐδέν εἰμί.

Καί ἐάν ψωμίσω πάντα τά ὑπάρχοντά μου,
καί ἐάν παραδῶ τό σῶμα μου ἴνα καυθήσομαι,
ἀγάπην δέ μή ἔχω,
οὐδέν ὠφελοῦμαι.

ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται,
ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ,
ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται,
οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ,

οὐ ζητεῖ τά ἐαυτῆς,
οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν,
οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ,
συγχαίρει δέ τῇ ἀληθείᾳ·

πάντα στέγει,
πάντα ἐλπίζει,
πάντα ὑπομένει.
 ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει 

εἴτε δέ προφητεῖαι 
καταργηθησόνται,
εἴτε γλῶσσαι παύσονται,
εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται.

νυνί δέ μένει 
πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, 
τά τρίτα ταῦτα· 
μείζον δέ τούτων ἡ ἀγάπη



Saturday, May 12, 2012

στο απυρόβλητο



η αλήθεια 
το βάθος, το πάθος, η αθωότητα, 
το τραγούδι δίχως λόγια, τα όνειρα της γιαγιάς και του παππού 
η ουσία στην απουσία, τα σβησμένα σύνορα
ο ξεχασμένος απ'τον θάνατο που αφήνεται να τον χορεύει
ο άνεμος 


ο έμπιστος 
η δίκη που δεν επιφέρει ποινές σε κανέναν, οι πλανήτες
εκείνος που με το κλάμα του γελάει ολόκληρη η πλάση
οι μνήμες που ονειρεύονται απ τα κύτταρα
τα άδεια κιτάπια, ο ιδρώτας
η γνώση 



Wednesday, May 09, 2012

"κλικ".



ένα ίσον κανένα. 
σύνολο έχουμε ή κανένα ή πολλά "κλικ". εγώ λέω 
ότι με βάλανε στην πρίζα. εσένα ελπίζω μέχρι τώρα
να σου έχει γίνει το κλικ που περίμενες. συγγνώμη
-που αναζητούσες. η πόλη είναι τρελαμένη πια
δύσκολο να σε ξετρελάνει. ίσως για λίγο...
άμα κρατάει ακόμα η σκούφια σου και δεν γύρισες
να την δεις μόνο για το τυπικό παρόν.


ύστερα πάλι συνηθίζεις το σβούρηγμά της 
κι αρχίζει το γνωστό τρισυπόστατο ρούφηγμά της.
κάποιος κάποτε για πρώτη φορά σε τράβηξε απ'την ψυχή σου 
προς τα πάνω έστω τυχαία. κι αναρρωτιέσαι επιστρέφοντας 
πώς θα γίνει να τραβήξεις κι εσύ τον παλιό σου εαυτό ολόκληρο 
προς τα πάνω. προσπαθείς να υπολογίσεις για πόσο...
αλλά δεν ανησυχείς.


οι άνθρωποι βρέθηκαν εδώ για να ξέρουν. όχι ώστε να ελέγχουν 
τα πάντα είτε για να ψάχνουν σαν τους περίεργους σε σκοτεινές γωνιές
να ξεθάβουν θησαυρούς για να τους πουλήσουν.
ο άνθρωπος βρέθηκε εδώ για να μάθει όσα ακριβώς 
του χρειάζονταν. κι ήταν πολλοί οι άνθρωποι 
πολύ διαφορετικοί το σύνολο του είδους στον καθένα ξεχωριστά 
φάνταζε άπειρο και άπιαστο. ή μήπως όχι;


σώμα, μυαλό, ψυχή και γλώσσα όλα χίλια κουβάρια 
στην ζωή του καθενός. κάθε μέρα ένας γρίφος πόνου και 
αγωνίας ακόμη και για τους πιο κοντινούς. κουκίδες που νόμισαν 
ότι είναι το κυρίως θέμα πάνω στο παγκόσμιο χάρτη ενός ινδιάνου 
ταξιδευτή. προκαλούσαν ανέκαθεν αμηχανία στ' αστέρια 
υστερικό γέλιο στον ήλιο κι ενίοτε λίγα δάκρυα νοσταλγίας 
στην σελήνη. τα βουνά δεν είχαν τίποτα μαζί τους 
η θάλασσα πότε τους περιγελούσε και πότε τους κατάπινε 
τα ποτάμια τους αγαπούσαν.


το μέτρησαν μονάχοι τους πώς ήταν δυνατοί 
από συμμάχους και κίνησαν να πάρουνε τον χάρτη 
και πέσαν σε γκρεμό. κανείς δεν ξεχνάει όλοι ήταν εκεί 
τίποτα δεν τους βοηθούσε.


κι εμένα δεν ξέρω το ποιός μ έστειλε να πω την ιστορία
μ' αυτό που με νοιάζει περισσότερο είναι να βρω εκείνον
που με στείλαν να την πω. μην το ξεχάσω και γίνω προδότης
περιορισμένης ευθύνης. από την άλλη...πόσο απίθανο 
να ενδιαφέρεται κανείς για μερικές χαμένες από τον χάρτη 
υπερφίαλες κουκίδες. 



Thursday, May 03, 2012

το μαύρο πρόβατο


του έκλεισε από μπαταρία, του τέλειωσε το κέφι
και να κάνει το φρικιό, γύρισε στην μάνα του
κι ένιωσε ευτυχισμένο αρπάζοντας τις καρπαζιές.
βλέπεις το είδε το έργο νόμισε και σε αυτή την φάση,
η φύση του η μαύρη, έφτασε κι απ τον ίδιο του τον
εαυτό να είναι κατακριτέα. που ήταν μια μαύρη κηλίδα
σ ένα άσπρο κοπάδι δεν θα ένιωθε ξανά ποτέ ωραία...


πήγε να ζητήσει σεντόνια λευκά και σοβαρά
το σκέφτηκε ν αλλάξει μυαλά, να βάλει περούκες
και κοστούμια, να δει την οικογένεια μια φορά στα ίσα 
και τα μούτρα τους άμα το δούνε να χαμογελάσουν
κι ας είναι αποτέλεσμα τρικ και μασκαρέματος.


το τί απέγινε δεν ξέρω πια μια που να το ξεχωρίσω
ούτε εγώ ο ίδιος που τόσο το αγάπησα δεν μπορώ


κάθε φορά που πάω να το επισκεφτώ τα κοιτάζω
όλα ένα ένα και ψάχνω για μια ραφή στου
καθενός το λαιμό. μέχρι τώρα τα ίχνη του δεν έχω
βρει κι όσο αργώ τόσο φοβάμαι πως απ τον πόνο
του έως τώρα ίσως μονάχο σ ένα γκρεμό
από κάτω έχει βρεθεί.


ήθελα να το βρω και να του ζητήσω συγγνώμη
που τ αγάπησα τόσο μα και που άκουσα των γύρω μου 
την γνώμη κι έτσι δεν το υπερασπίστηκα ενάντια σ αυτού
του καθεστωτικού κόσμου την  βαριά αγχόνη... από
φόβο, από δειλία χάθηκε. κι όχι απ την δική του,
απ των αλλονών. έχεις ακούσει πιο λυπητερή ιστορία
απ του μαύρου πρόβατου την καταδικαστέα μοίρα;


ποιός ύστερα απ αυτό μπορεί να θεωρείται αγνός και ποιός
μπορεί να λέει ότι είναι της ζωής οπαδός; θάνατος
στα μαύρα πρόβατα κι αυτό ξέρεις ποιός το φωνάζει;
εκείνος που περίμενες τελευταίος. αυτός που υποφέρει
πιο πολύ και που πιο πολύ απ όλους έχει στερηθεί το φως.