...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.

Wednesday, May 25, 2011

Για το Μαζί.Για τον Δρόμο.

                                                  
Γιατί  ο άνθρωπος θεός δεν είναι
Κι αφού νόημα δεν έχει να κάθεται να κοιτάει την θέα μοναχός,
προτιμά με κάποιον να πέσει στο γκρεμό μαζί.

Γιατί ο άνθρωπος μπορεί και θεός να είναι
που ή σκηνοθετεί ένα τέλος του να κρύβεται,
ή πλανιέται στην αιώνια ζωή βάζοντας αρχή σε κάθε τέλος

Είναι ένα παιχνίδι. Σαν να σε ρίχνει ο νους και η ψυχή να σε σηκώνει.
Μάθε πρώτα να περιορίζεις την ανάγκη σου κι ύστερα 
ν αφήνεις  την επιθυμία σου ελεύθερη.
Όταν έφτανα να σε δω ήταν πάντα η κατάλληλη στιγμή.

--Στον πόλεμο—

 Με τα δικά σας μέτρα, στάθηκαν οι λέξεις πρώτη γραμμή  
και νωρίς πολύ θα λέγατε πνιγήκανε στο αίμα. αυτές και η μαλθακότητά τους.
Έτσι έπρεπε να γίνει κι  ύστερα μόνο τα κορμιά και το μέσα μας μας έμεινε
 κι ο πόλεμος να κραττεί καλά, ευτυχώς.
Γιατί  το ένιωσα πια πώς ο πόλεμος είναι η ίδια η ζωή.  
Η ζωή που τόσο αγαπώ και  τόσο μου πάει,  που την δεν την χαρίζω 
και δεν την πουλώ. Η τόσο γενναιόδωρη, 
σου επιτρέπει να διαλέξεις τους εχθρούς σου.

Το αισθάνεται κι εκείνος και το πράττει αυτό γιατί κι ο ίδιος 
είναι πολεμιστής απ  τους δυνατούς, τους ομιχλώδεις, 
με Σχέδιο για ελευθερία, υπεράνω μικροπρέπειας,  όποιος θέλει 
ας κάτσει σπίτι του, με εχθρούς επιλεγμένους,  που αγαπάει 
και σέβεται και με συνείδηση που  γνωρίζει πως αν τελειώσει 
τούτος ο πόλεμος τίποτα να κάνει  άλλο δεν θα υπάρχει 
κι έτσι μια χάνει μια κερδίζει και κοιμάται ελαφριά. 
Δεν έχει σημασία τι και πως, και για τα δύο το ίδιο χαίρεται 
και για τα δυο το αίμα χύνεται ενώ βράζει 
και από τα δύο γεννιούνται αξίες.

Κι εγώ που απ τους γήινους εχθρούς μου εκείνον πιο πολύ τίμησα 
κι αγαπώ  και για χατήρι του άνοιξα φτερά και πέταξα 
πάνω από τα σπίτια σας να βρω τον ζωντανό τον κίνδυνο και
μέντορα της ύπαρξης  για να τα πω μαζί του, 
κρυβόμουν μες τους στίχους και τα ηφαίστεια και ξερόβηχα 
και  τραβιόμουν την τελευταία γραμμή αμύνης μου να μην του αφιερώσω 
σε κάποια ύστατη στιγμή  ονειροπόλησης θανάτου.

Κι εγώ που ήθελα να τον δω βασιλιά της γης και των πάντων  
κι αν σε κάποιον ήταν να παραδοθώ μόνο αυτός θα ήταν,  
έπρεπε να βρω την πιο βαθειά γωνιά του εαυτού μου να
σώσω  τα τελευταία πυρομαχικά μην μείνει μόνος και κλαίει 
πάνω απ τα πτώματα.

Και πόσο αντέχω μόνο εγώ το ξέρω διότι 
ευθύνη αυτός δεν γίνεται να φέρει  για την δύναμή  Του 
ούτε για την δική μου τυχόν αδυναμία. 
Θα ήταν παντελώς παράλογο και παράδοξο να ξέρει  εκείνος, 
πού τα τείχη τα δικά μου Τελειώνουν, ποιός είναι 
ο τελευταίος μου στρατιώτης. Μου λέτε έχετε αγαπήσει...

Η μάχη είναι εξοντωτική, καταλαβαίνω.
στα χαρακώματα ο φόβος παραλογίζεται 
και βαφτίζει την μία ή την άλλη ανάσα μας τελευταία ώστε να χωρίσουμε
μπας και σωθεί έστω ένας, μην μας χάσετε και τους δυο.
Μα εμείς όλο κρατάμε ο ένας τον άλλον μην πεθάνει 
κι όλο τις πληγές πληθαίνουμε μέσα απ τις αγκαλιές μας. 
Χωρίς διαπλοκές, χωρίς κατασκοπεία και χρηματισμό μα σώμα με
σώμα και κοντά όσο πάει. Γύρω γύρω μας περίπτερα και  ντελάληδες...

Γιατί μάθαμε πια κι από ανακωχή.  Εκείνη σαν Μας βρίσκει 
έχει ύφος εκατό καρδιναλλίων, επιβάλλεται καθώς περπατά 
και με το ένα χέρι απαξιώνει ό,τι αναπνέουμε και με το άλλο
μας δείχνει με το δάχτυλο τυχόν λιβάδια και λουλούδια 
που πετάχτηκαν, λέει, ως μάννα εξ ουρανού 
πηγαίντε να ξαπλώσετε! Με μια ανακούφιση στο βλέμμα, 
το σιχαμένο ψεύδος, η αφεντιά της, μας βάζει να μετράμε λάφυρα, 
να παρελαύνουμε στους δρόμους, να κυματίζουμε σημαίες,
να στέλνουμε τους  τραυματιοφορείς, να μετράμε τους πεσόντες 
και να τους δοξάζουμε.
Για πόσο;

Θα πούμε τί να κάνει κι εκείνη, 
πλάθει ένα βραχύβιο και  παγωμένο  τέρμα ως ύστατη
προσπάθεια  κι έκκληση στην ψυχή  του νικητή φονιά, μόλις δει τι έκανε, 
να μην αυτοκτονήσει.  Μα δεν κρατάει ποτέ πολύ 
και τα λιβάδια μένουνε γρήγορα ξερά κι ύστερα απλώνει η  αηδία 
και το έλος που η ματαιοδοξία της γέννησε. Αυτά τα στάσιμα νερά 
που μαζεύουνε όλου του Κόσμου τις αρρώστειες και τα κουνούπια,
που δεν γεννάνε τίποτα χρωματιστό, που βουτάμε μέσα τους να πλυθούμε 
γιατί μόνο αυτό μας  έμεινε και που μας χτυπάνε στο μυαλό 
και καταναλώνουνε το πάθος μας στις καλαμιές, γιανα μαντεύουμε, 
πότε θα φυσήξει, ν ανοίξουμε τις μύτες μας να πούμε μια κουβέντα.
 Γιατί αρκετά χάσαμε, λένε. Καλύτερα τώρα, μας ψιθυρίζουν πρωί και βράδυ.
 Καλύτερα έτσι...

--Στο άγνωστο--

Δεν με νοιάζει  τί είναι αυτό που έχουμε τ αβάφτιστο.
Θέλω  απλά να μην τελειώσει κι είμαι έτοιμη να κάνω  τα πάντα.
Αν χρειαστεί να εξαφανιστώ, να γίνω αέρας και μόνο ανάμνηση
είμαι έτοιμη ν αφεθώ.  Δεν με νοιάζει αν βγάζει κάπου  αυτό που κάνουμε.
Εξάλλου πού να βγάλει πέρα από δω που κοιταζόμαστε στα μάτια;
Θέλω μόνο να να μην σταματήσει να φουσκώνει. 
Όλο και πιο πολύ και να κοκορεύεται.

Κι αν δω να πνίγεται από λογικές 
κι από ταχυδακτυλουργούς που μας τάζουνε μαγεία,
είμαι έτοιμη για όλα.  Σε κούτες  τα διαμάντια μας  να βάλω,
να τα κλείσω στα έγκατα της γης, να κάνει άνθρωπος να τα δει 
και χίλια χρόνια. Καθόλου δεν τους νοιάζομαι.
Την ευθύνη τους αντί για τους ίδιους εγώ δεν παίρνω. 
κι ας πλανιέμαι η μισή σαν όνειρο γιατί τότε σίγουρα 
η άλλη μισή θα μαι πιο πραγματική κι απ  τα βουνά κι απ τα δέντρα 
κι από την θάλασσα μαζί.

Σκύβω πάνω από αυτό το βίωμα και μυρίζω την αλήθεια. 
Άκουστε την προσεχτικά, εσείς οι απ’έξω, 
αφού η μίζερη και θλιβερή ελπίδα σας με στειλε να σας τα πω 
κι ας έχω την προδοσία σας σίγουρη, 
θα σας την φτύσω στην μούρη κι αυτή με τα τελευταία.
Εκείνος κι εγώ ανάγκη καμιά δεν θα σας  έχουμε, 
σε μια στιγμούλα τόση δα, από  τώρα.   

Αμφιβολία και σιγουριά  η ίδια μελωδία και δεν νοθεύομαι, 
δεν διαλέγω πλευρές πια, ξεχάστε το. Χοροπηδώ με τα κύματα 
από την μια στην άλλη όσο εσείς μισείτε με το στόμα
ανοιχτό. Όσο φθονείτε και σ όλα αναζητάτε τα φρούτα δηλητήριο 
κι ενόσω η μούρη σας έχει χλωμιάσει να κοιτάει μόνο κανα πεφταστέρι 
κι αυτό στα κλεφτά.  

Πόνος κι ευχαρίστηση.
Κι όση ορμή  το ένα τόση και το άλλο.
Κι αφού εκείνος πόνο ποτέ του δεν μου δίνει 
μα μόνο η χαρά της ζωής μου ξέρει  να είναι,  
παίρνω  το μερίδιο του πόνου μοναχή μου 
κι είναι όλο κι όλο ό,τι κρατώ για μένα. Πού αίτια για παράπονο;  
Πού χώρος για φιλοδοξία πιο μεγάλη απ το να καταφέρνω 
να μας προφυλάσσω απ’ότι πιο εύκολα οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον 
εκτοξεύουνε με την πρώτη βροχή για να προφυλαχτούν; 
Εγώ από ζάχαρη δεν είμαι κι έτσι βγήκα κι έψαξα, έψαξα... 
να κλείσω μάτι νύχτες πολλές αδύνατο.

Μόνον έτσι μπορώ να γυρίζω σε Εκείνον,  
δίχως να του κρατώ χρωστούμενα και χωρίς να χρειάζεται  
να υπολογίζει και να ξοδεύεται. 
Μόνον έτσι μπορεί να γυρνάει κι αυτός. Δεν ήταν ποτέ μόνος 
και τώρα πια δεν θα ξαναείμαι μόνη ουτ’εγώ.

Έρχεται και όλα παίρνουν φόρα ή μάλλον 
ανακτούν πάλι την χαμένη τους, 
από  πριν της απουσίας του τον καιρό. κάθε που γυρίζω 
μεγαλύτερη είναι η φόρα κι όλο λέω μην δούμε τέρμα, άβυσσο
και πόσο λιώνω τότε τρέμοντας τον πόθο να κρατώ απ' τα φρένα του...

Βάλθηκε να μ ακουμπά και να με γδέρνει 
κι οι μουσικές και όλα τέλεια και οι σοφίες
του κόσμου ξεκάθαρα  μου  παρουσιαζόντουσαν, 
κάθε φορά και πιο πολύ, μα να τις μοιραστώ  με σας 
όρεξη πια καμιά δεν είχα κι είπα αυτό είναι ευτυχία!
Κι ας είχα πει κι είχα πει όταν τον είδα πρώτα. 
Κι ας ήταν το στόμα μου γεμάτο σκιές, φαντάσματα, 
υπολείμματα ανησυχίας και διαστροφής. Εκείνος τα καθρέφτισε 
με ευκολία τόση, που ψεύτικη θα μου φαίνονταν, 
ακόμη και υπο το φως της πιο ζεσταμένης από καλοτυχία, οπτικής.

Τίποτα δεν είπα άλλο γιατί δεν ήθελα να χάσω 
ούτε μισή μνήμη του, ούτε μισή στροφή του κεφαλιού.  
Δεν ήθελα ούτε από οίκτο να μου δώσει κάτι ή στα γρήγορα, 
ούτε να με κάτσει  πλάι σε άλλους και από απόφαση πια, 
έπαψα να μιλώ. Σε τίποτα οι λέξεις δεν μας χρησίμευαν 
τις  Ώρες εκείνες πλέον, ακόμη κι από αυτές  με λύτρωσε. 
Ποιά, εμένα...

Ακόμα και σ αυτές έδωσε σώμα και  Παλμό 
και το να θυσιαστούν ακόμη μια φορά για το χαρτί,  
περιφρονήσαν με τέτοιο καμάρι Ψυχής,  
ολόκληρο φτιαγμένο από τ άφθαρτα και σε σουρεαλιστική αφθονία 
για τα προσφιλή δεδομένα.  Καμάρι του είδους απ αυτά που ζει με
τ άχρονα, τα αιώνια, στα μέρη εκείνα όπου ο νους 
δεν  είναι παρά ενα παράσιτο, μια γλίτσα που ξέρασε ο οργανισμός 
στις μεγάλες πείνες και την ξαναμασουλάει σαν τσίχλα.
Μου λέτε έχετε ερωτευτεί...

Όταν τον είδα, μου άνοιξε το μάτι.
Βέβαιη ήμουν πως θα με κάνει μια μπουκιά αν πλησιάσω,  
πως όσο κι αν ουρλιάζω τις χαρές και χάρες μου,  
η τερατώδης διαφορά των αναλογιών μας, έγνεφε το τετελεσμένο.
Πήρα το ρίσκο γιατί από την αγωνία θα πέθαινα 
κι από την απορία θα τρελαινόμουν.
Ήθελα να φτάσω  ως την καρδούλα του ν ακούσω το μυστικό της.
Να μάθει η λύπη να υμνεί τους εφιάλτες.

Κόστος δεν μέτρησα δεν είχα πολυτέλειες, μόνο με το χαμόγελο 
κι ένα ασκί ουίσκυ να πίνω να ξεχνώ εσάς,  ξεκίνησα. Να σας ξεχνώ 
γιατί εσείς, αντί να με ξεπροβοδίσετε με πανηγύρια
και συνθήματα εμψυχωτικά, με κλαίγατε.
Δηλαδή πώς αλλιώς με θέλατε να είμαι, με δανεικά τα κίνητρα 
και με φτιαχτό ενθουσιασμό να βαφτίζω το ένα ή το άλλο 
για να περνώ την ώρα μου μέχρι.... Ή μήπως θα θέλατε να
δουλεύω μόνο για τις ανάγκες σας και για να εκτονώνεται 
πάνω μου  ο κραδασμός του πανικού σας;  

Βιάστηκα και πίστεψα πολλές φορές πως δεν θα φτάσω.
Ο πρώτος χτύπος από την κούραση σαν απ την φαντασία μου 
ακούστηκε. Ο δεύτερος, ο τρίτος, πεινούσα και τα βράδια 
έλεγα να γυρίσω πίσω μα για κάθε τέτοιο βήμα μου προς
την επιστροφή, Εκείνος  χώρο έκανε, 
μέχρι που έφτασα τ ανήκουστο ν ακροαστώ.

Επειδή ήμουν πολεμιστής κι εγώ κι ας μην το ήξερα, 
η ευκαιρία  ν’ αναμετρηθώ σε τέτοιο ύψος και ταχύτητα 
μαζί του, έκανε τις αισθήσεις μου βολίδες σε κανόνι 
έτοιμες να εκτοξευθούν. Ναι. Αυτό ήθελα.  
Έτσι άλλωστε είχα βρεθεί εξ αρχής εκεί.
Ποιόν να πείσω για το ποιόν της εκστρατείας μου;

--Στην ειρωνεία του θανάτου τους--

Αλλά τούτα εδώ δεν γράφονται για εκείνον ή από  εμάς.  
Εμείς γεννηθήκαμε καβάλα στ ΄άλογο.
Τούτα εδώ έχουν αποστολέα  το τελευταίο μας  χωμάτινο κομμάτι. 
Εκείνο  που του σάλεψε σαν είδε το ποτάμι της ονειρικής πραγματικότητας  
να το κυνηγάει με μένος να το πνίξει και βάλθηκε να τρέχει να σωθεί.
Κι  έχουν μοναδικό παραλήπτη  τους λιποτάκτες, τους δειλούς, 
τους κρυμμένους από τον ήλιο, τους μέσα στις σπηλιές.
Κι ακόμη,  εκείνους που ορμούν στις μάχες για να κλέψουν 
ιδρώτα κι αίμα και ονόματα αλλονών. 
Για τους ζηλόφθονες και τους καημένους από κούνια.

Τούτα δω είναι, για όσους να λυπηθούμε 
η περηφάνεια μας  δεν μας αφήνει  κι έτσι απλά 
θα Τους περιφρονούμε μέχρι το τέλος τους.  Να ναι σίγουροι, 
όποια κι αν είναι τα τεχνάσματά τους, όση κι αν είναι η σαπίλα που
σπέρνουν μέσα στην απελπισία τους, 
θα κάνουμε πως δεν τους είδαμε και αμέσως στάχτη θα γίνουν 
και μια βοή μακρινή, σαν από κάτι ξένο εντελώς, σαν κάτι απόκοσμο.
Για λίγα λεπτά θα ακουστούν μέσα από πηγάδια και μνήματα οι τσιρίδες τους.
Κανείς να τους θυμάται δεν θα μείνει κι αυτή η δύναμη 
ανήκει στην ιστορία και μόνο.
Ήρθε η ώρα και νίπτουμε τας χείρας μας με δάκρυα θες; Ας είναι...

Στα βουνά θα Τον βρω πάλι και στα περάσματα. 
Μέσα στους καπνούς και  τα μαχαίρια. Εκεί θα στάξουμε όσα οφείλουμε 
σ εκείνους που πριν από μας για τον πόλεμο κινήσαν. 
Γιατί δεν πολεμήσανε για μας, για να καθόμαστε να τους ευλογάμε
και  το καταστήσανε ξεκάθαρο.
Για τους εαυτούς  τους  πολεμήσανε, για να σωθούν από την τρέλα.
Όλοι εκείνοι οι λάτρεις της ζωής, την αγάπη  για τις μάχες 
και την ταπεινότητά τους, πως μόνο το κορμί τους το ίδιο, 
θέλησαν να εξουσιάσουν, παντού αφήσαν χαραγμένα.
Κι εμείς δεν επιθυμούμε και δεν διαλέγουμε 
παρά να κάνουμε το ίδιο ξορκίζοντας την εθελοτυφλία 
και τα μυριάδες Παυσίπονα όλα κατασκευασμένα να μας οδηγούν με
μαθηματική ακρίβεια στην εξάρτηση και την υποδούλωση από την ανάγκη.
Εμείς τίποτα δεν κάνουμε παρά Άξιους ως μας σπείρανε 
άξιοι θα πετάξουμε τις φύτρες μας, υγιείς επαναστάτες. 
Για μας και για κανέναν άλλον. Μου λέτε έχετε ζήσει...




No comments:

Template by:
Free Blog Templates