το πρώτο που μας διάλεξε
και το δεύτερο που μας έπιασε εξαπίνης
περνάνε τα χρόνια
πληθαίνουνε τα τραγούδια μας
δεν ξεχνιούνται όσα μας ανατριχιάζουν
κι όπως θέλησες να σκοτώσεις
τον βιολογικό και καπιταλιστικό σου εαυτό
την στιγμή που γεννούσες τον καινούριο
κι έμοιαζαν να πάνε ν ανοίξουν οι ουρανοί
έφτασαν στην τελευταία γωνιά του κόσμου
στρατιές τα ορκς εξοπλισμένα χημικό σκατό
και τίγκα στην ασχήμια
να μας θυμίσουν ότι αυτή την αλλαγή
την θέλαμε για κάποιο λόγο
δεν ήταν εγωισμός
ή βόλεμα
δεν ήτανε γούστο
κι ούτε καν κάρμα
παρά - τα'χουμε ξαναπεί-
ήτανε καύλα στην ψυχή άρα
ανάγκη
που έγινε αγάπη
και τώρα θα γίνει καταιγίδα
μαζεύονται σαν σύννεφα οι φούσκες έρωτα
γέλιου και χαράς
πάνω από τα κεφάλια μας
έτοιμα να ξεσπάσουν απένενατι σε μία ακόμα
αποτρόπαια λούπα βίας που πολεμά
κάθε ομορφιά
πιο άγρια απ' την αγριάδα τους
μα τούτη την φορά θα βρέξει
αλήθεια
άνθρωποι να μην κρυφτείτε
βγείτε έξω να βραχείτε
το πειρατικό του κάπτεν Τζίμ
θα'ναι πάντα φορτωμένο με χασίς
μην ακούτε τί σας λένε
οι βιοτεχνολογικοί παράγοντες
τα μανιτάρια ν ακούτε
και την βαθειά χαρά σας
γιατί σε όλα υπάρχουνε ποιότητες
γιέ μου πού πας
μάνα θα πάω
στα υπόγεια που είναι η θέα και
στα σκουπίδια που έχω κάνει τα καλύτερα ταξίδια
στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
κι άνοιξε, άνοιξε γιατί δεν αντέχω άλλο πια
να με τυρρανάς
έχει αίμα το αντίντας το παπούτσι που φοράω
κι εσύ εκεί κι εγώ εδώ
μα πιο πολύ με νοιάζει
χωρίς αγάπη πού θα πας στην μπόρα
και στ' αγιάζι γιατί
όταν έχω εσένα νιώθω σαν παιδί
στον κόσμο τον απάνθρωπο
εσύ κι εγώ δεν τελειώσαμε ακόμα
μα διαλύσαμε
κι έτσι ούτε καν φαινόμαστε πια...
με γυμνό μάτι




