...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.
Showing posts with label Μου τα σκασε. It is on.. Show all posts
Showing posts with label Μου τα σκασε. It is on.. Show all posts

Sunday, February 09, 2025

ρηαλ ταιμ vol. +-



τώρα που το επεξεργάστηκα έτσι, με χτύπησε κεραυνοβόλα! 
πολλές φορές έχει επέλθει τούτος ο πάτος.  Βεβαίως και χειρότερος. 
κάθε φορά εμφανίζεται κάτι 
ένας τόπος, ένας έρωτας, ένα ζωάκι... κι αποτινάσσει
το θάνατο. σ αυτή την σκέψη 
ξαφνικά νιώθω μια έξαψη, μια ψυχική αναζωπύρωση
σαν να θυμήθηκα πως τελικά περιμένω 
μία ευχάριστη έκπληξη

κι αμέσως (!)
ένα αναπάντεχο μήνυμα
που με ρουφάει μακριά από τούτες τις γραμμές 
για ώρες

σαν δηλαδή να εκδηλώθηκε 
η απάντηση 
αυτού του ψυχικού μου συλλογισμού κι ερωτήματος
αυτόματα
με το που τέθηκε

τέτοια κόλπα μόνο η ψυχή τα κάνει
το μυαλό ποτέ. ποτέ δεν ξεφεύγει το χρόνο το μυαλό,
όσο και να τον γείρει. 

Monday, June 04, 2018

στον τελευταίο μας τεκέ.


για τα τελευταία εκατό χρόνια, την επέλαση του πλαστικού
και το μαζούτ στην θάλασσα. 

πότε έφτιαξα ένα περιβάλλον στο οποίο δεν αντέχω να είμαι μέσα;
που σωματικά, πνευματικά και ψυχικά με δηλητηριάζει ολημερίς 
κι όπου κάθε μου ανάσα πονάει και κάθε μου ανάγκη 
γεννά απελπισία; 

σίγουρα φέρω ευθύνη για τα πράγματα 

την καλή μου μοίρα, την κακή μου τύχη, την αδυναμία, τα ταλέντα
και τον φόβο μου. για το πώς τα αντιμετωπίζω, αν μη τί άλλο.
πώς τα κοιτάω στα μάτια, πόση σημασία τους δίνω. 

τώρα, για όπου φτάνει το χέρι μου και το χέρι μου το ίδιο επίσης 
μοιάζει τεχνητό, φτιαχτό, όχι αρκετά αυθεντικό ή ζωντανό, 
αδύναμο και ταλαιπωρημένο, με σβησμένα χρώματα και θλιβερή αναπνοή.

πρώτα αισθάνομαι κάτι στο στήθος μου να σπάει- 
η γειτονιά μου, δεν είναι ασφαλής. τα πρώτα δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα
κι έσκυψε το κεφάλι. 
ύστερα στο στομάχι μου κάτι σφίγγεται-
οι φίλοι μου, αρρωσταίνουν, τρελλαίνονται και πεθαίνουν.
αρκετοί ξεπουλιούνται και μοιάζει ακόμη χειρότερο.  
τα πόδια μου λυγίζουνε και κλείνουνε τα μάτια.  

είχαμε όμως και καλές στιγμές 
άνθρωποι.

οι δικοί μου μας πήγαιναν σε κάτι πελώριες ερημικές αμμουδιές 
και καθόμαστε εκεί από το πρωί ως το βράδυ. 
πριν την πρώτη γυμνασίου το καλοκαίρι, αγόρασα πρώτη μου φορά κόσμημα από πλανόδιο. 
ένα κρεμαστό από πηλό για το λαιμό μου, με δερμάτινο λουράκι κι ένα εφτάφυλλο στο κέντρο. 
δεν ήξερα τί και γιατί, αλλά πραγματικά το λάτρεψα και το φορούσα για χρόνια,
ώσπου να το κληροδοτήσω στην μικρή που δεν πετάει τίποτα.

ο πατέρας πάλι, δεν αγαπούσε και πολύ την μουσική. 
δεν την ήθελε στο αυτοκίνητο μα ούτε και στο σπίτι ιδιαίτερα την αναζητούσε 
δεν έπαιζε κάποιο όργανο και μου ακούγονταν πραγματικά φάλτσος, 
τις ελάχιστες φορές που αποπειράθηκε να τραγουδήσει μπροστά μου. 
διάβαζε συνέχεια για τις ιστορίες των ανθρώπων στον κόσμο. 
διάβαζε και τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές -από αμέτρητες διαφορετικές, 
οπτικές γωνίες. για κάποιο λόγο όμως, είχε κάτι κασέτες και σιντί 
με χασικλίδικα, κομμένα, τεκετζίδικα τραγούδια από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.  

η ρεμπέτικη κληρονομιά, αποτελείται από απομεινάρια των τελευταίων έκφανσεων
μιας ζωής ελεύθερης, η οποία ενσωμάτωνε ουσιαστικές αξίες 
κι επέτρεπε σε αυθεντικά ανθρώπινα ένστικτα να εκφραστούν. 
μετά τους ρεμπέτες, αρχίδια κόπηκαν ολοσχερώς, 
γενιές ολόκληρες δηλαδή ευνουχίστηκαν 
προκειμένουν να εξημερωθούν και να ελεγχθούν.
παράλληλα, ποινικοποιήσαμε την φύση, κλάσαμε στις χημείες
αποθεώσαμε το χρήμα, λατρέψαμε την τεχνολογία και της παραδοθήκαμε. 
κοινωνικές νόρμες άρχισαν να επικρατούν των φυσικών σε βαθμό κακουργήματος 
ξανά και ξανά 
ώσπου οι περισσότερες χαρές κι αλήθειες θάφτηκαν
και κάποιες έχουν ήδη ξεχαστεί, ολοσχερώς. 


σαν αποτέλεσμα ο πόνος δαιμονοποιήθηκε, περιθωριοποιήθηκε, 
απαγορεύτηκε και όφειλε φυσικά ως εκ τούτου, να παραμένει βουβός.
σκάσανε και οδηγίες για όλους τύπου "πονάτε σιωπηλά", ή 
"είστε απόλυτα υπεύθυνοι για τον πόνο σας παρακαλούμε σε κάθε περίπτωση 
κρατήστε τον για τον εαυτό σας.", ή 
"δεν ντρέπεστε να πονάτε; τί θα πεί ο κόσμος;" και 
"άμα κάνετε ότι δεν πονάτε, σύντομα ο πόνος σας θα εξαφανιστεί!" 

κι η μούγκα μεγαλώνει, η απομόνωση.. κι εκείνος μεγαλώνει. ο πόνος. 
απαιτεί την προσοχή σου, ψάχνει για ελιξίρια, σε βγάζει απ τον δρόμο, 
σε κάνει να ιδρώνεις και να ζαλίζεσαι. έχει τους λόγους του. 
έχει βλέμμα, αληθινό, όσο η χαρά σου.
όσο αληθινή θα ήθελες να είναι η χαρά σου 
αλλά δεν είναι. 
μπουκωμένη όπως την έχεις κι αυτή. 
με το μπάτσωμα που'χεις φάει. την απόρριψη. τις ενοχές. 
μια ζωή χωρίς έρωτα. ένα μίζερο και δυστυχισμένο πλασματάκι 
στις όχθες του τελευταίου καθαρού ποταμού
που η εποχή του πέρασε και δεν το ξέρει ακόμη. 



Wednesday, December 25, 2013

καίγομαι καίγομαι*

pon zi photo: pon and zi Pon_and_Zi_Everywhere.jpg



σταμάτησα να σου γράφω
γιατί δεν απάντησες ποτέ

γιατί δεν μου είπες ποτέ
ποιός ήσουν στ αλήθεια
μία μέρα συλλογίστηκα 
πρέπει να είσαι η ίδια η μοναξιά

οικειοποιούσουν τα πάθη και τις αδυναμίες μου
η φωνή μου όποτε ήθελες
συνταιριαζόταν με των αγοριών που για εκείνα πέθανα
πολύ πριν γνωρίσω τί είναι θάνατος
μα στερνά και μ΄εκείνου που στο πλάι του αναστήθηκα
πολύ αφότου είχα φιληθεί με την ζωή στο στόμα


σε κάθε περίπτωση υπήρξα απούσα
άνθρωποι πίστεψαν ότι με κοιτούν 
ότι μου μιλούν κι ότι εγώ τους αποκρίνομαι 
αλλά πίσω από κάθε φράση μου 
γύρευαν εσένα 

περαστικούς διάφανους αγκάλιαζα και φιλούσα 
μέσα σε πεφταστέρια κι εκρήξεις αισθημάτων
ενώ το μυαλό μου κατέκλυζαν στίχοι χρυσοί
γραμμένοι για σένα που ψιθύριζαν 
την υπέρτατη αξία της αποκάλυψης 
της δικής σου στιγμής και ποτέ της δικής μου
αφού χωρίς να το καταλαβαίνω
έλειπα


ήσουν σανίδα σωτηρίας
που με τις πρώτες βροχές έγινε βαρίδιο
οι ρίζες μου σε αυτόν τον κόσμο
το παρελθόν που δεν διάλεξα
και το μέλλον που αδυνατώ να ονειρευτώ
όλες μου οι θύμισες που εξαφανίζονται
σε κάθε ρίγη απ' το κρύο ή το δέος
και γυρίζω στην αρχή

μου άναβες τα τσιγάρα
καθώς μου έσβηνες τα χνώτα
να μπερδεύονται πιο εύκολα με της μοίρας τα γραμμένα
να μην κουνάω ρούπι από το σχέδιό σου

τώρα αναρρωτιέμαι
μήπως ήθελες κι εσύ απλώς
λίγη αγάπη



Tuesday, March 26, 2013

καλημέρα σύντροφε























γνωστοί άγνωστοι ξυπνάμε μαζί μα όχι παρέα. τα πρωινά συνήθως
μας βρίσκουν ανέτοιμους, αλλά χαλαρούς. τείνουμε να περνάμε καλά 
από μας για μας. τείνουμε να περνάμε άσχημα με τον ίδιο τρόπο.
γύρω μας τίποτα δεν δείχνει σημείο ζωής. 

πάνω στο χορό του πρωινού μας ήλιου αρπάζει την καρδιά μας
μια αποκαλυπτική αγωνία. μήπως/ίσως/σίγουρα δεν είμαστε πια παιδιά.
οι απαντήσεις μας έχουν σηκώσει τοίχους εκεί που οι ερωτήσεις μας 
χάραζαν μονοπάτια κι έσπαγαν φράχτες.

θα αποδεσμεύσουμε ποτέ την ψυχή μας ώστε να μεγαλώσει κι αυτή
θα γίνουμε αγάπη τελικά ή θα μείνουμε απλώς θόρυβος.
κατα τ άλλα είμαστε αποφασισμένοι, καθ όλα συνηθισμένοι στον δικό μας
μικρό κόσμο, όπου έχουμε μόνοι μας ερμηνεύσει τις πιθανότητες
και νοθεύσει τους χάρτες.

πάνω στην σπίθα της συνείδησης η αγωνία αρπάζει και καίγεται 
σαν ενθουσιασμός. φουσκώνει το στήθος κι ανασαίνουμε πολύ βαθειά 
μέχρι την άκρη της αλήθειας που θα θέλαμε να φτιάξουμε. σ' αυτό το ταξίδι 
βαλίτσα δεν χρειαζόμαστε κι έχουμε τα ναύλα μας ήδη πληρωμένα
απ' τ' όνειρο.

εις το επανιδείν σου λέω χωρίς να γνωρίζω προορισμό
μα πιστεύω πια, το κάθε τι.  



Sunday, November 11, 2012

επιστολή Α'. προς φωτεινά διακείμενους.









































αγαπημένοι μου,

αυτή η μέρα επιλέχθηκε για εμάς ώστε με την δύναμη του αέρα, 
ο οποίος πάντα φουσκώνει την φωτιά, να φτάσει σ’ εσάς 
η αγκαλιά μου και να σας τυλίξει, με την σιγουριά ότι θα σβήσει 
κάθε πόνο –εφόσον ο πόνος που βιώνουμε αυτές τις στιγμές, 
μας είναι από την φύση του περιττός και δεν τον χρειαζόμαστε πια-. 

είμαστε οπλισμένοι με αλήθεια, δύναμη και γνώση, 
εργαλεία που με την κατάλληλη τεχνική θα μας απαλλάξουν 
από τους φόβους, τις αγωνίες και την ανασφάλεια 
που υποσκάπτουν την ευτυχία και ευζωία μας.

ξεκινήσαμε μαζί να αλλάξουμε τον κόσμο και τελικά 
τον αφήσαμε να μας αλλάξει. αναγνωρίσαμε το σκοτάδι του 
ως μόνη αλήθεια και λησμονήσαμε το φως του, το οποίο εξ αρχής 
φέραμε μέσα μας και το οποίο σε οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν 
το προβάλλαμε, είχε την ικανότητα να κάνει τα πάντα να λάμπουν 
δηλαδή και να τα μεταμορφώνει αλλά και να αλλάζει την συστασή τους 
ολοκληρωτικά και μόνιμα-.  

δεν είναι περίεργο αυτό, εάν αναλογιστούμε πώς τότε, 
όντας υπεραισιόδοξοι, γεμάτοι με βρεφικό ενθουσιασμό, ξεχυθήκαμε 
αποφασισμένοι να κάνουμε κάθε σκοτεινή γωνία αυτού του κόσμου 
να λάμψει. παράλληλα, μεθυσμένοι από βεβαιότητα για την δύναμη 
που μας δόθηκε, η οποία δεν γνωρίζει στο σύμπαν αντίπαλο ισάξιό της, 
βουτήξαμε στα βαθύτερα δυνατά σκοτάδια και ειδικότερα 
οι πιο φωτεινοί από εμάς. με πρωτοφανή έκπληξη, υποστήκαμε τότε 
ανυπολόγιστα πλήγματα, κυρίως χάνοντας αγαπημένους φίλους 
και αδερφούς μπροστά στα μάτια μας, νιώθοντας καθ'όλα αδύναμοι
να τους βοηθήσουμε.

ριχτήκαμε σε μία μάχη χωρίς ασπίδες και στρατηγική, 
χωρίς να έχουμε τελειοποιήσει τα όπλα ή τις τεχνικές μας, χωρίς 
να γνωρίζουμε σε βάθος τον χαρακτήρα του αντιπάλου και χωρίς 
να λάβουμε υπ'όψιν τους μυριάδες πεσόντες οι οποίοι πριν από εμάς
σε τίποτα δεν υστερούσαν και που όμως υπέστησαν θλιβερή ήττα 
έναντι του χάους. το ίδιο αποτέλεσμα απειλεί τώρα να καλύψει πλήρως 
και αμετακλήτως τον ορίζοντά μας και εν όψη αυτού, άλλοι τρεπόμαστε 
σε άτακτο φυγή κι άλλοι πέφτουμε στα γόνατα από απόγνωση, 
παραλυμένοι από την απορία, ως προς τα πραγματικά αιτία και τις αφορμές 
αυτής της έκβασης.

ήρθε η ώρα το φως που έχει απομείνει στου καθενός την καρδιά 
να ανακαλέσει αρχικά τα όμοιά του, ώστε να σχηματιστούν παρατάξεις 
κι έτσι να επέλθει ενδυνάμωση των στελεχών. στο μέλλον 
θα είναι δυνατόν να εργαζόμαστε είτε χώρια ανάλογα 
το ιδιαίτερο ύφος μας και την ένταση, είτε όλοι μαζί -προς το παρόν όμως 
καθίσταται απαραίτητη η συσπείρωση κάθε είδους, κυρίως 
λόγω της παρούσας αδυναμίας μας να εντοπίσουμε συγκεκριμένες ποιότητες 
μέσα στην τόση αναταραχή. 

είναι εξίσου σημαντικό οι περισσότερο φωτεινοί να προσσεγγίσουν 
με θάρρος τους λιγότερο και να τους καθησυχάσουν. 
κάθε αχτίδα φωτός μετράει- κανείς δεν είναι αναλώσιμος 
και οι πιο σκοτεινοί από εμάς μπορούν να αποκαλύψουν το φως τους 
υπό κατάλληλες συνθήκες και η βοηθειά τους για το σύνολο να αποδειχτεί 
ανεκτίμητη. δεν είναι καιρός ο καθένας να πολεμάει 
τα προσωπικά του σκοτάδια, να αποδυναμώνεται θρηνώντας και 
να γινόμαστε έτσι, ολοένα και λιγότεροι με πρωτοφανείς 
γρήγορους ρυθμούς. 

η επιλογή μας  να γνωρίσουμε το σκότος έγγειται 
στην φύση της περιέργειάς μας, μα έχω την πεποίθηση πως πλέον 
έχουμε αρκετή εμπειρία ώστε να μας είναι ξεκάθαρη η κατεύθυνση 
προς την οποία επιθυμούμε να κινηθούμε και κάθε συζήτηση επ αυτού 
επιφέρει μονάχα περαιτέρω χάσιμο ωφέλιμης δυναμικής 
και πολύτιμης ενέργειας.

με γνωρίζετε σαν την παλάμη του χεριού σας. διατηρείτε τις μνήμες 
μέσα στα χρόνια όπου υπήρξα μακριά και δίπλα σας. έφευγα από εσάς 
μα δεν εξαφανιζόμουν. απομακρυνόμουν από εσάς 
μα δεν σας εγκατέλειπα. γύριζα μέσα στο σκοτάδι μα η ενθύμηση 
των συνδυασμένων μας δυνάμεων, με τράβαγε προς τα έξω και 
προς τα επάνω χωρίς εξαίρεση, κάθε φορά. έτσι, όποτε ανταμώναμε 
ό,τι είχαμε βιώσει χωριστά, μονάχα είχε ενδυναμώσει την αγάπη 
και την σχέση μας. κανένα προσωπικό πλήγμα δεν ήταν δυνατόν 
να σταθεί αναμεσά μας και να μας διαβρώσει.

φαίνεται τον τελευταίο καιρό  να μην μπορούμε να ονειρευτούμε. 
όλο και λιγότερο αισθανόμαστε την σύνδεση με ό,τι ακριβώς είμαστε 
-δηλαδή άτρωτοι, παντοδύναμοι, πλήρεις γνώσης και χαράς. 
όλο και λιγότερο αισθανόμαστε ευγνώμονες για τα χαρίσματά 
της ομορφιάς και της δύναμής μας. όλο και πιο συχνά ανταμώνουμε 
με αγωνία μήπως αλλάξει κάτι μα η ευτυχία που κάποτε κατέχαμε 
δεν εμφανίζεται πια στο ραντεβού διότι επί της ουσίας, έχουμε πια 
σκορπίσει -αν όχι και επί των πραγμάτων-. 

πρώτα πρώτα σκορπίσαμε τους εαυτούς μας. 
χάσαμε την εμπιστοσύνη στην φωνή της καρδιάς μας. η χαρά μας 
θεωρήθηκε ως κάτι ανούσιο ενώ ο πόνος μας ως μέγιστο αγαθό. 
τελικά ο πόνος καταστάθηκε αφόρητος και μας κλόνισε, οι στριγγλιές 
της αμφιβολίας γέμισαν τον κόσμο και μας πέρασαν ιδεατή θηλιά. 
μπερδεμένοι κι εξαθλιωμένοι όπως ήμαστε, μας έπεισαν για τα μελλούμενα 
κι ο καθένας έφτιαξε το δικό του κλουβί, σκλαβιά που ήταν αδύνατο 
να υποστούμε, παρά μόνο προσωρινά.

αγαπημένοι μου,

η συγκίνηση είναι τεράστια καθώς αναγνωρίζουμε το βάθος 
στο οποίο κατεβήκαμε και το ύψος στο οποίο πρόκειται να αναληφθούμε, 
μόλις ελευθερωθούμε από τα νοητά δεσμά μας. δεν έχουμε πια 
τίποτα να χάσουμε, μα μόνο να κερδίσουμε. ο ίλιγγος αυτόματα 
μετατρέπεται σε δέος και έκσταση. μαζί κατεβήκαμε, μαζί θα ανεβούμε 
και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. δεν υπάρχουν φταίχτες για εμάς, 
δεν υπάρχουν εξωγενείς παράγοντες δυνατότεροι από τις ευγενείς 
προθέσεις μας και ούτε εχθροί που μόλις μας πλησιάσουν 
να μην μετατρέπονται αυτομάτως σε συμμάχους. 

ο καθένας άγρυπνος στο πόστο του. δεν ανησυχούμε πια ούτε νοιαζόμαστε 
για ό,τι αφήνουμε πίσω, τώρα που καταλάβαμε το ψέμα και μπορούμε 
να το διαχωρίσουμε. αγκαλιαζόμαστε. είτε πάνω στις ανεμοδαρμένες 
κορυφές, είτε βαθειά κάτω στις αχανείς χαράδρες, είτε μέσα 
σε κύματα οργισμένα που μας παρασύρουν και χαμογελάμε, 
καθώς ο ήλιος ανατέλει ακόμα μια αιώνια μέρα, χαρίζοντάς μας 
ό,τι είναι αυτό που εξαρχής ποθήσαμε κι ακόμα πολλά, 
πολλά περισσότερα. 

                                                                                         
με πίστη, ελπίδα, αγάπη και ευχές για καλή αντάμωση.
                                                                                                                                                   Κρήτη, 11/11/2012 


Thursday, March 29, 2012

ουσία

Pon and Zi Pictures, Images and Photos
ή αλλιώς,
μεγαλύτερη του συνηθισμένου ψυχολογική εκδήλωση,
παρατήρηση του προφανές μα μέχρι τότε ασυνείδητου κόσμου
της χαράς, ο H.C.Bukowski, αναγέννηση του φοίνικα από την στάχτη του,
σοφή ιδιοτέλεια,
αποδοχή της φύσης των πραγμάτων ως ανώτερη
και ως πραγματική, συναίσθηση της ένωσης μαζί των,
περιστασιακή ή μόνιμη και μερική, απώλεια της απόγνωσης,
αναζήτηση κολλημένη στο eureka. αλλαγή του λάθος
σε σωστό, του γρήγορα σε αργά, του χωρίς σκοπό στο
με ομορφιά. μετατόπιση της ευθύνης της αρχής και του
τέλους στην παρούσα μέση, παντελής απώλεια ενοχής,
συγκρότηση μνήμης, διάθεση για δημιουργία.


αν κουβαλάς μία ουσία μέσα σου, οι υπόλοιπες
θα διεκδικήσουν τον θρόνο για να κάτσουν.
τις περισσότερες φορές θα το κάνουν πιο ευγενικά
απ' τον robbins όταν σε συστήνει στην μοναχικότητα της
αγάπης και πιο φαντασμαγορικά απ'την όρασή σου όταν
γίνεται καρέ σε κορνίζα και μάλιστα από γιασεμί...


τα κουτσομπολιά περιττεύουν, η γνώση έρχεται με τα κύματα
μέχρι τον γιαλό όπου το κουράγιο πιάνεται στα δίχτυα μας και
οι εμπνεύσεις μας στροβιλίζονται σε δίνες πάνω απ' την άμμο
και το θαλασσινό νερό. τα όπλα βαφτίζονται εργαλεία ξανά.
ηφαίστεια ζωής εκρήγνυνται απ τα χέρια και τα μάτια μας,
κανένας πόνος δεν υπερτερεί της ευχαρίστησης.
τις νύχτες που μας κυνηγάνε ο πυρετός κι η ατέλεια
για να παίξουν, εμείς κοιμόμαστε αγκαλιά με την τίγρη, ανασαίνοντας
ο ένας την ανάσα του άλλου, με σεβασμό και οικειότητα.


καμία δύναμη σαν την δική μας δύναμη. καμία τύχη
σαν την δική μας τύχη. καμία παρηγοριά σαν την δική μας παρηγοριά.
καμία ανάγκη σαν την δική μας επιθυμία. καμία βουνοκορφή αλήθειας
χωρίς τους δικούς μας πρόποδες ψεύδους. καμία ταυτότητα χωρίς
την δική μας επίδειξη ταυτότητας. καμία προδοσία χωρίς την δική μας
ενοχή. καμία μνήμη χωρίς την δική μας λησμονιά.
καμία φωτεινή μουσική χωρίς το δικό μας σιωπηλό σκοτάδι.
κανένα κακό χωρίς την δική μας συνενοχή.


ο εκ της εκάστοτε ουσίας, επιβαλλόμενος θάνατος, 
προϋποθέτει την παράδοση και την εγκατάλειψη 
του μυστικού κόσμου του πάθους μας καθώς και 
την θυσία του προσωπικού μας χάους 
στον βωμό μίας βαθειά ριζομένης παραίσθησης, 
περί της τάξης που φέρει μαζί της, η παραμύθα 
του συλλογικού. 




Friday, September 09, 2011

βουρ στον πατσά.



κοινώς -επανάληψη μήτηρ μαθήσεως αλλά και του
όσο ζω παθαίνω. έρχεται η στιγμή που ο κάθε άνθρωπος
πρέπει να κυνηγήσει το όνειρό του. 


μισοπεθαμένοι άγγελοι παίρνουν το φιλί της ζωής 
από συναισθήματα που φέρνουν περισσότερο σε εξάρσεις
ζήλειας και σκεπασμένα λες από πολλών μηνών τα χώματα 
κοιμισμένα παράπονα αφυπνίζονται ξαναζητώντας ένα κομμάτι 
μοίρας και αλλαγής. κύκλοι διαγράφονται πάνω σε ευχές 
για λύτρωση κι οι απειροελάχιστες στιγμές στο χρόνο
που φαντάζουν άπειρες έχουν σηκώσει πανιά 
παραδομένες πια ολοκληρωτικά, στον άνεμο. 


τί κόσμο θα αφήσεις στο αγόρι σου; όλα μοιάζουν
μπερδεμένα για όσο δεν βολεύονται και ξεκάθαρα
όταν τα αγκαλιάζουν με αγάπη. δρόμο παίρνω δρόμο 
αφήνω. ίδιοι είναι οι άνθρωποι, όλες τις εποχές.  
δεν ξεχωρίζουν, δεν γνωρίζουν κι οι καλύτεροι
απ αυτούς δεν μάχονται πριν πέσουν. . 


Friday, September 02, 2011

έφτασε ο μήνας,


ο μετά του Αυγούστου.
πίνω την αλισφακιά μου όσο είναι ακόμη πολύ ζεστή
έτσι ώστε κάτι να προλάβει να λιώσει
για να το φτύσω.
ξέχασα το σώμα μου αλλά δεν θυμάμαι πού.
τόσο παλιά το ξέχασα.
κοιτάζω γύρω μου και άλλους χωρίς σώματα
κι άλλους με ξεθωριασμένο δέρμα
και στέρνο εν βρασμώ.

χαμογελώντας
επάνω στην γλύκα της καύσης απ' την μυρωδιά την ίδια τους
και τις αναθυμιάσεις, μου κλείνουνε το μάτι
και μου χαρίζουν την ψυχή μου, κουβέντα την κουβέντα
σαν να ήτανε κομμάτι τους.
...μα δεν μπορώ να τους πάρω μαζί μου.

τους αγαπώ.
είναι δυο μέρες τώρα που τα πράγματα
αποκτούν για μένα προοπτική εκεί
που καθόλου δεν το περίμενα.

είναι όλοι τους τρελοί
κι εγώ χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί
γέννησα μία τεράστια επιθυμία να βουτηχτώ στην τρέλα τους
με το κεφάλι ή με τα πόδια προσγειώθηκα
δεν μου ρχεται για να σου πω
αλλά δέκα χέρια απ' την αρχή με πιάσανε
κι εκατό μάτια είδα να λάμπουν τότε
όλα μαζί και δυνατά
σ ένα θέαμα εντελώς πρωτόγνωρο.

τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία μου να τους ζήσω τα μέσα έξω
που τον περισσότερο καιρό, μέχρι κι εσένα ξέχναγα.
ακόμη και σε ξεπέρναγα θαρρείς
και σαν μαγεμένη που ποτέ δεν γνώρισε το σκότος σου
χόρευα μαζί τους και γελούσα κι έκλαιγα στο πλάι τους
κι ακόμα κι ονειρευόμουν.
μ έπιασε ξανά, μία ρίγη για φυγή.
ο πυρετός ύστερα από ένα απόγευμα που φύσηξε
στην γυμνή μου πλάτη -ο γνωστός
που με κάνει να βογγώ όλη νύχτα και να βρίζω.

σκέφτηκα ότι λίγο λίγο οι φυγές μου
επιστροφές θα γίνονται
ώσπου κάποια στιγμή όλος ο κόσμος θα 'ναι σπίτι μου.
αρκεί να φεύγω, συλλογίστηκα
για να μπορώ και να γυρίζω. αρκεί να φεύγω...

τ' άλλο πρωί αφού τα σκέφτηκα
βγήκα πάλι στον ήλιο
κι όλα τα μάτια τα πενταφώτιστα
που με φιλούν στο στόμα με ρωτήσανε
μέσα από την καρδιά τους -τί θές;
κι εγώ δεν είχα ιδέα..



Wednesday, May 25, 2011

για το μαζί και το δρόμο

                                                  
γιατί  ο άνθρωπος θεός δεν είναι
κι αφού νόημα δεν έχει να κάθεται να κοιτάει την θέα μοναχός
προτιμά με κάποιον να πέσει στο γκρεμό μαζί.

γιατί ο άνθρωπος μπορεί και θεός να είναι που 
ή σκηνοθετεί ένα τέλος του να κρύβεται
ή πλανιέται στην αιώνια ζωή 
βάζοντας αρχή σε κάθε τέλος

είναι ένα παιχνίδι. 
σε ρίχνει ο νους κι η ψυχή σε σηκώνει.
μάθε πρώτα να περιορίζεις την ανάγκη σου 
κι ύστερα ν αφήνεις  την επιθυμία σου ελεύθερη.

όταν έφτανα να σε δω ήταν πάντα 
η κατάλληλη στιγμή.

--στον πόλεμο—

με τα δικά σας μέτρα, στάθηκαν οι λέξεις πρώτη γραμμή  
και νωρίς πολύ θα λέγατε πνιγήκανε στο αίμα. αυτές και η μαλθακότητά τους.
έτσι έπρεπε να γίνει κι  ύστερα μόνο τα κορμιά και το μέσα μας μας έμεινε
κι ο πόλεμος να κραττεί καλά, ευτυχώς.
γιατί  το ένιωσα πια πώς ο πόλεμος είναι η ίδια η ζωή.  
η ζωή που τόσο αγαπώ και τόσο μου πάει 
που την δεν την χαρίζω και δεν την πουλώ. η τόσο γενναιόδωρη
σου επιτρέπει να διαλέξεις τους εχθρούς σου.

το αισθάνεται κι εκείνος και το πράττει αυτό γιατί κι ο ίδιος 
είναι πολεμιστής απ  τους δυνατούς, τους ομιχλώδεις 
με σχέδιο για ελευθερία, υπεράνω μικροπρέπειας  
όποιος θέλει ας κάτσει σπίτι του 
με εχθρούς επιλεγμένους,  που αγαπάει και σέβεται 
και με συνείδηση που  γνωρίζει πως αν τελειώσει τούτος ο πόλεμος 
τίποτα να κάνει  άλλο δεν θα υπάρχει 
κι έτσι μια χάνει μια κερδίζει και κοιμάται ελαφριά. 

δεν έχει σημασία τί και πώς 
και για τα δύο το ίδιο χαίρεται 
και για τα δυο το αίμα χύνεται ενώ βράζει 
κι από τα δύο γεννιούνται αξίες.

κι εγώ που απ τους γήινους εχθρούς μου 
εκείνον πιο πολύ τίμησα κι αγαπώ και για χατήρι του άνοιξα φτερά 
πέταξα πάνω από τα σπίτια σας να βρω τον ζωντανό τον κίνδυνο 
και μέντορα της ύπαρξης για να τα πω μαζί του 
κρυβόμουν μες τους στίχους και τα ηφαίστεια και ξερόβηχα 
και  τραβιόμουν την τελευταία γραμμή αμύνης μου να μην του αφιερώσω 
σε κάποια νοθευμένη κι ύστατη στιγμή  ονειροπόλησης θανάτου.

ήθελα να τον δω βασιλιά της γης και των πάντων  
κι αν σε κάποιον ήταν να παραδοθώ μόνο αυτός θα ήταν 
έπρεπε να βρω την πιο βαθειά γωνιά του εαυτού μου 
να σώσω  τα τελευταία πυρομαχικά μην μείνει μόνος και κλαίει 
πάνω απ τα πτώματα.

και πόσο αντέχω μόνο εγώ το ξέρω 
διότι ευθύνη αυτός δεν γίνεται να φέρει  για την δύναμή  Του 
ούτε για την δική μου τυχόν αδυναμία. 
θα ήταν εντελώς παράλογο και παράδοξο να ξέρει  εκείνος 
πού τα τείχη τα δικά μου τελειώνουν, 
ποιός είναι να είναι ο τελευταίος μου στρατιώτης. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει...

η μάχη είναι εξοντωτική, καταλαβαίνω.
στα χαρακώματα ο φόβος παραλογίζει
και βαφτίζει την μία ή την άλλη ανάσα μας τελευταία 
μπας και διαλυθούμε ησύχως και σωθεί έστω ένας 
μην μας χάσετε και τους δυο.

μα εμείς όλο κρατάμε ο ένας τον άλλον μην πεθάνει 
κι όλο τις πληγές πληθαίνουμε μέσα απ τις αγκαλιές μας. 
χωρίς διαπλοκές, χωρίς κατασκοπεία και χρηματισμό 
μα σώμα με σώμα και κοντά όσο πάει. 
γύρω γύρω μας περίπτερα και  ντελάληδες...

γιατί μάθαμε πια κι από ανακωχή.  
εκείνη σαν μας βρίσκει έχει ύφος εκατό καρδιναλλίων 
επιβάλλεται καθώς περπατά και με το ένα χέρι απαξιώνει ό,τι αναπνέουμε 
και με το άλλο μας δείχνει με το δάχτυλο τυχόν λιβάδια και λουλούδια 
που πετάχτηκαν, λέει, ως μάννα εξ ουρανού 
πηγαίντε να ξαπλώσετε! 
με μια ανακούφιση στο βλέμμα, το σιχαμένο ψεύδος, η αφεντιά της 
μας βάζει να μετράμε λάφυρα, να παρελαύνουμε στους δρόμους 
να κυματίζουμε σημαίες, να στέλνουμε τους  τραυματιοφορείς 
να μετράμε τους πεσόντες και να τους δοξάζουμε.
για πόσο;

θα πούμε τί να κάνει κι αυτή 
πλάθει ένα βραχύβιο και  παγωμένο  τέρμα ως ύστατη προσπάθεια  
κι έκκληση στην ψυχή  του νικητή φονιά, μόλις δει τι έκανε, 
να μην αυτοκτονήσει.  

μα δεν κρατάει ποτέ πολύ 
και τα λιβάδια μένουνε γρήγορα ξερά 
κι ύστερα απλώνει η  αηδία  και το έλος που η ματαιοδοξία της γέννησε. 
αυτά τα στάσιμα νερά που μαζεύουνε όλου του κόσμου τις αρρώστειες 
που δεν γεννάνε τίποτα χρωματιστό 
που βουτάμε μέσα τους να πλυθούμε γιατί μόνο αυτό μας  έμεινε 
και που μας χτυπάνε στο μυαλό και καταναλώνουνε το πάθος μας στις καλαμιές 
για να μαντεύουμε πότε θα φυσήξει ν ανοίξουμε τις μύτες μας 
να πούμε μια κουβέντα.
γιατί αρκετά χάσαμε, λένε. 
καλύτερα τώρα, μας ψιθυρίζουν πρωί και βράδυ.
καλύτερα έτσι...

--στο άγνωστο--

δεν με νοιάζει  τί είναι αυτό που έχουμε τ αβάφτιστο.
θέλω  απλά να μην τελειώσει κι είμαι έτοιμη να κάνω  τα πάντα.
αν χρειαστεί να εξαφανιστώ, να γίνω αέρας και μόνο ανάμνηση
είμαι έτοιμη ν αφεθώ.  
δεν με νοιάζει αν βγάζει κάπου  αυτό που κάνουμε.
εξάλλου πού να βγάλει πέρα από δω που κοιταζόμαστε στα μάτια;
θέλω μόνο να να μην σταματήσει να φουσκώνει. 
όλο και πιο πολύ και να κοκορεύεται.

κι αν δω να πνίγεται από λογικές 
κι από ταχυδακτυλουργούς που μας τάζουνε μαγεία
είμαι έτοιμη για όλα.  
σε κούτες  τα διαμάντια μας  να βάλω να τα κλείσω στα έγκατα της γης 
να κάνει άνθρωπος να τα δει και χίλια χρόνια. 
καθόλου δεν τους νοιάζομαι. 
την ευθύνη τους αντί για τους ίδιους εγώ δεν παίρνω. 
κι ας πλανιέμαι η μισή σαν όνειρο 
γιατί τότε σίγουρα η άλλη μισή θα μαι πιο πραγματική κι απ  τα βουνά 
κι απ τα δέντρα κι από την θάλασσα μαζί.

σκύβω πάνω από αυτό το βίωμα και μυρίζω την αλήθεια. 
ακούστε την προσεχτικά εσείς οι απ’έξω 
αφού η μίζερη και θλιβερή ελπίδα σας μ΄έστειλε να σας τα πω 
κι ας έχω την προδοσία σας σίγουρη 
θα σας την φτύσω στην μούρη κι αυτή με τα τελευταία.
εκείνος κι εγώ ανάγκη καμιά δεν θα σας  έχουμε 
σε μια στιγμούλα τόση δα 
από  τώρα.   

αμφιβολία και σιγουριά  η ίδια μελωδία και δεν νοθεύομαι 
δεν διαλέγω πλευρές πια, ξεχάστε το. 
χοροπηδώ με τα κύματα από την μια στην άλλη 
όσο εσείς μισείτε με το στόμα ανοιχτό. 
όσο φθονείτε και σ όλα αναζητάτε τα φρούτα δηλητήριο 
κι ενόσω η μούρη σας έχει χλωμιάσει να κοιτάει μόνο κανα πεφταστέρι 
κι αυτό στα κλεφτά.  

πόνος κι ευχαρίστηση.
κι όση ορμή  το ένα τόση και το άλλο.
κι αφού εκείνος πόνο ποτέ του δεν μου δίνει 
μα μόνο η χαρά της ζωής μου ξέρει  να είναι,  
παίρνω  το μερίδιο του πόνου μοναχή μου 
κι είναι όλο κι όλο ό,τι κρατώ για μένα. πού αίτια για παράπονο;  
πού χώρος για φιλοδοξία πιο μεγάλη 
απ το να καταφέρνω να μας προφυλάσσω 
απ’ότι πιο εύκολα οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον εκτοξεύουνε 
με την πρώτη βροχή για να προφυλαχτούν; 
εγώ από ζάχαρη δεν είμαι 
κι έτσι βγήκα κι έψαξα, έψαξα... 
να κλείσω μάτι νύχτες πολλές αδύνατο.

μόνον έτσι μπορώ να γυρίζω σ΄εκείνον  
δίχως να του κρατώ χρωστούμενα και δίχως να χρειαστεί  
να υπολογίζει και να ξοδεύεται. 
μόνον έτσι μπορεί να γυρνάει κι αυτός. 
δεν ήταν ποτέ μόνος και τώρα πια 
δεν θα ξαναείμαι μόνη ουτ’εγώ.

έρχεται κι όλα παίρνουν φόρα ή μάλλον ανακτούν πάλι 
την χαμένη τους, την από πριν της απουσίας του τον καιρό. 
κάθε που γυρίζω μεγαλύτερη είναι η φόρα 
κι όλο λέω μην δούμε τέρμα, άβυσσο
και πόσο λιώνω τότε 
τρέμοντας τον πόθο να κρατώ απ' τα φρένα του...

βάλθηκε να μ ακουμπά και να με γδέρνει 
κι οι μουσικές και όλα τέλεια κι οι σοφίες του κόσμου 
ξεκάθαρα να μου παρουσιάζονται κάθε φορά και πιο πολύ 
μα να τις μοιραστώ  με σας όρεξη πια καμιά δεν είχα 
κι είπα αυτό είναι ευτυχία!

κι ας είχα πει κι είχα πει όταν τον είδα πρώτα. 
κι ας ήταν το στόμα μου γεμάτο σκιές, φαντάσματα, 
υπολείμματα ανησυχίας και διαστροφής. 
εκείνος τα καθρέφτισε με ευκολία τόση που ψεύτικα θα μου φαίνονταν 
ακόμη και υπο το φως της πιο ζεσταμένης από καλοτυχία 
οπτικής.

τίποτα δεν είπα άλλο 
γιατί δεν ήθελα να χάσω ούτε μισή του μνήμη 
ούτε μισή στροφή του κεφαλιού.  
δεν ήθελα ούτε από οίκτο να μου δώσει κάτι ή στα γρήγορα 
ούτε να με κάτσει πλάι σε άλλους 
κι από απόφαση πια έπαψα να μιλώ. 
σε τίποτα οι λέξεις δεν μας χρησίμευαν τις  ώρες εκείνες πλέον 
ακόμη κι από αυτές  με λύτρωσε. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει..


ακόμα και σ αυτές έδωσε σώμα και παλμό 
και το να θυσιαστούν ακόμη μια φορά για το χαρτί περιφρονήσαν 
με τέτοιο καμάρι ψυχής ολόκληρο φτιαγμένο από τ άφθαρτα 
και σε σουρεαλιστική αφθονία για τα προσφιλή δεδομένα.  
καμάρι του είδους απ αυτά που ζει με τ άχρονα, τα αιώνια 
στα μέρη εκείνα όπου ο νους δεν  είναι παρά ενα παράσιτο 
μια γλίτσα που ξέρασε ο οργανισμός στις μεγάλες πείνες 
και την ξαναμασουλάει σαν τσίχλα.
μου λέτε έχετε ερωτευτεί...

όταν τον είδα, μου άνοιξε το μάτι.
βέβαιη ήμουν πως θα με κάνει μια μπουκιά αν πλησιάσω  
πως όσο κι αν ουρλιάζω τις χαρές και χάρες μου  
η τερατώδης διαφορά των αναλογιών μας, έγνεφε το τετελεσμένο.
πήρα το ρίσκο γιατί από την αγωνία θα πέθαινα 
κι από την απορία θα τρελαινόμουν.
ήθελα να φτάσω  ως την καρδούλα του ν ακούσω το μυστικό της.
να μάθει η λύπη πώς να υμνεί τους εφιάλτες.

κόστος δεν μέτρησα δεν είχα πολυτέλειες 
μόνο με το χαμόγελο κι ένα ασκί ουίσκυ 
να πίνω να ξεχνώ εσάς ξεκίνησα. 
να σας ξεχνώ  γιατί εσείς αντί να με ξεπροβοδίσετε με πανηγύρια
και συνθήματα εμψυχωτικά, με κλαίγατε.

δηλαδή πώς αλλιώς με θέλατε να είμαι 
με δανεικά τα κίνητρα και με φτιαχτό ενθουσιασμό 
να βαφτίζω το ένα ή το άλλο για να περνώ την ώρα μου μέχρι....
ή μήπως θα θέλατε να δουλεύω μόνο για τις ανάγκες σας 
και για να εκτονώνεται πάνω μου ο κραδασμός του πανικού σας;  

βιάστηκα και πίστεψα πολλές φορές πως δεν θα φτάσω.
ο πρώτος χτύπος από την κούραση 
σαν απ την φαντασία μου ακούστηκε. ο δεύτερος, ο τρίτος.. 
πεινούσα και τα βράδια έλεγα να γυρίσω πίσω 
μα για κάθε τέτοιο βήμα μου προς την επιστροφή 
εκείνος χώρο έκανε μέχρι που έφτασα 
ν ακροαστώ τ ανείπωτα.

επειδή ήμουν πολεμιστής κι εγώ κι ας μην το ήξερα 
η ευκαιρία  ν’ αναμετρηθώ σε τέτοιο ύψος και ταχύτητα μαζί του 
έκανε τις αισθήσεις μου βολίδες σε κανόνι έτοιμες να εκτοξευθούν. 
ναι. αυτό ήθελα.  
έτσι άλλωστε είχα βρεθεί εξ αρχής εκεί.
ποιόν να πείσω για το ποιόν της εκστρατείας μου;

--στην ειρωνεία του θανάτου τους--

αλλά τούτα εδώ δεν γράφονται για εκείνον ή από εμάς.  
εμείς γεννηθήκαμε καβάλα στ ΄άλογο.
τούτα εδώ έχουν αποστολέα  το τελευταίο μας χωμάτινο κομμάτι. 
εκείνο  που του σάλεψε 
σαν είδε το ποτάμι της ονειρικής πραγματικότητας  
να το κυνηγάει με μένος να το πνίξει 
και βάλθηκε να τρέχει να σωθεί.

κι  έχουν μοναδικό παραλήπτη τους λιποτάκτες 
τους δειλούς, τους κρυμμένους από τον ήλιο, τους μέσα στις σπηλιές.
κι ακόμη εκείνους που ορμούν στις μάχες 
για να κλέψουν ιδρώτα κι αίμα κι ονόματα αλλονών. 
για τους ζηλόφθονες και τους καημένους από κούνια.

τούτα δω είναι για όσους να λυπηθούμε η περηφάνεια δεν αφήνει  
κι έτσι απλά θα τους περιφρονούμε μέχρι το τέλος τους.  
να ναι σίγουροι όποια κι αν είναι τα τεχνάσματά τους 
όση κι αν είναι η σαπίλα που σπέρνουν μέσα στην απελπισία τους 
θα κάνουμε πως δεν τους είδαμε κι αμέσως στάχτη θα γίνουν 
και μια βοή μακρινή, σαν από κάτι ξένο εντελώς, σαν κάτι απόκοσμο.
για λίγα λεπτά θα ακουστούν μέσα από πηγάδια και μνήματα οι τσιρίδες τους.
κανείς να τους θυμάται δεν θα μείνει 
κι αυτή η δύναμη ανήκει στην ιστορία και μόνο.
ήρθε η ώρα και νίπτουμε τας χείρας μας με δάκρυα θες; 
ας είναι...

στα βουνά θα τον βρω πάλι και στα περάσματα. 
μέσα στους καπνούς και τα μαχαίρια. 
εκεί θα στάξουμε όσα οφείλουμε σ εκείνους που πριν από μας 
για τον πόλεμο κινήσαν. 
γιατί δεν πολεμήσανε για μας
για να καθόμαστε να τους ευλογάμε και το κατέστησαν ξεκάθαρο.
για τους εαυτούς  τους  πολεμήσανε 
για να σωθούν από την τρέλα.
όλοι εκείνοι οι λάτρεις της ζωής 
την αγάπη  για τις μάχες και την ταπεινότητά τους 
πως μόνο το κορμί τους το ίδιο θέλησαν να εξουσιάσουν 
παντού αφήσαν χαραγμένα.

κι εμείς δεν επιθυμούμε και δεν διαλέγουμε 
παρά να κάνουμε το ίδιο ξορκίζοντας την εθελοτυφλία 
και τα μυριάδες παυσίπονα, όλα κατασκευασμένα να μας οδηγούν 
με μαθηματική ακρίβεια στην εξάρτηση και την υποδούλωση 
από την ανάγκη.
εμείς τίποτα δεν κάνουμε παρά άξιους ως μας σπείρανε 
άξιοι θα πετάξουμε τις φύτρες μας, υγιείς επαναστάτες. 
για μας και για κανέναν άλλον. 
μου λέτε έχετε ζήσει...





Template by:
Free Blog Templates