...with lots of love for you, Jeff Thomas and the lyrics.
Showing posts with label treatments and so on. Show all posts
Showing posts with label treatments and so on. Show all posts

Tuesday, May 20, 2025

έτσι που λες

ζουμερή σαν καλωριμασμένο ροδάκινο το καλοκαίρι
έτσι την ένιωθα την αγάπη μας 
κι έτσι την έβλεπα 
αιθέρια
σαν μια νύμφη του κεδροδάσους που πετάει μόνο
στο πολύ δυνατό φεγγαρόφως
έτσι ονειρεύτηκα την αγάπη μας 
αμετακίνητη 
κι επιβλητική σαν λέαινα 
που υπερασπίζεται το μικρό της
μυστήρια 
γεμάτη αλήθεια και αταξία 
σαν ένα κομμάτι μαύρο μαζεμένο απ'την σάρκα μας 
έτσι έζησα την αγάπη μας
κι έτσι θα την θυμάμαι 
σωτήρια 
σαν τον ήλιο 
ύστερα από μια παγωμένη νύχτα
έτσι την έφτιαξα την αγάπη μας 
και την έκρυψα σε μέρος μακρινό 
που μόνο οι ψυχές μας 
αν χρειαστεί ποτέ
μπορούν να την ξεθάψουν
μια τέτοια ώρα ανάγκης ήρθε αγαπημένε 
κι έτσι σ έψαξα ώσπου να σε βρω ξανά
απ' άκρη σ' άκρη 



Tuesday, January 21, 2025

τρύπιες κατσίκες,




άρματα μάχης, μοσχολέμονα, καρυκεύματα και ρίζες από τα πέρα πέρα μέρη...
εσύ ή καταλαβαίνεις ή κάνεις ότι καταλαβαίνεις
ό,τι χρειάζεται να μείνεις κοντά.

όσα τζάμια και να θόλωσες
η φωνή σου έσκαγε πάντα κρύσταλλο 
σε βουρκωμένα μάτια. τα δικά μου συνήθως.

περασμένα ξεχασμένα τώρα αυτά

μια γαλήνη όλο μπλουζ και ηλιοβασίλεμα
κι οι κούπες στην θερμοκρασία την τέλεια
ήτανε τύχη ή μας άξιζε -ας μην κάνω βαρετό αυτό
το βράδυ-

την αγάπη αν την ξεμονάχιασες 
θα σου γλιστρύσει μέσα από το στόμα
σαν ανάσα
μόνο που δεν θα σβήνει κεριά παρά 
θ'ανάβει και θα ζεσταίνει
θα φωτίζει και θα ξορκίζει.
θα σου θυμίσει ό,τι ζήτησες και τον όποιο λόγο.
γι αυτά χρειάζεσαι 
έρωτα και συνείδηση. 




Friday, April 29, 2022

ας γράψω.



δεν περνάει μέρα που να μην 
γελάσω τρανταχτά
χορέψω στα κρυφά
αισθανθώ ευγνωμοσύνη για το περιβάλλον μου
κρατήσω το κατσικάκι 
που δεν τάιζε η μάνα του αγκαλιά 
για ώρα...

είμαι ήρεμη αλλά ο φόβος είναι εκεί.
έχω λύσει τα δεσμά  
αλλά τα άκρα μου δεν έχουν συνηθίσει ακόμη.
είναι παράλυτα και μουδιασμένα απ'το σφίξιμο
σε λίγο ίσως μπορώ να τα ελέγχω ξανά. 
εξάλλου τα πόδια μου τρέχουν ελεύθερα
για όπου θέλουν.
είναι μία πανέμορφη μέρα.
κάθε μία τέτοια μέρα που κάποιος ελευθερώνεται 
και σπάει
σαν καρπός μέσα από λουλούδι
είναι πανέμορφη! 
από τέτοιες μέρες είναι τραβηγμένο 
το φιλμάκι της αγάπης των ανθρώπων 
αλλά και όλων των ζωντανών όντων
και παίζει στο ασυνείδητό τους
σκηνές μέσα από αισθήσεις κι αισθήματα
ώσπου να τους οδηγήσουν κάπου 
που δεν ξέρουνε πώς μοιάζει
ούτε πού είναι ή πώς να φτάσουν
κι όμως όταν το βρίσκουν 
είναι σίγουροι
ότι έχουνε φτάσει εκεί. πέρα απ' την φαντασία τους.
στην πραγματική ζωή. 
τέτοιες μέρες, που κανείς δεν τις εγγυάται σε κανέναν
κι όμως έρχονται. αναρρωτιέται 
μα είναι δυνατόν να είμαστε όλοι ταυτόχρονα 
τόσο μα τόσο πολύ τυχεροί ή μήπως είναι δυνατόν 
να νιώθουμε όλοι ταυτόχρονα τόσο μα το τόσο πολύ τυχεροί
και στην τελική, ας μην είμαστε.


 
 
 
 

Monday, June 04, 2018

στον τελευταίο μας τεκέ.


για τα τελευταία εκατό χρόνια, την επέλαση του πλαστικού
και το μαζούτ στην θάλασσα. 

πότε έφτιαξα ένα περιβάλλον στο οποίο δεν αντέχω να είμαι μέσα;
που σωματικά, πνευματικά και ψυχικά με δηλητηριάζει ολημερίς 
κι όπου κάθε μου ανάσα πονάει και κάθε μου ανάγκη 
γεννά απελπισία; 

σίγουρα φέρω ευθύνη για τα πράγματα 

την καλή μου μοίρα, την κακή μου τύχη, την αδυναμία, τα ταλέντα
και τον φόβο μου. για το πώς τα αντιμετωπίζω, αν μη τί άλλο.
πώς τα κοιτάω στα μάτια, πόση σημασία τους δίνω. 

τώρα, για όπου φτάνει το χέρι μου και το χέρι μου το ίδιο επίσης 
μοιάζει τεχνητό, φτιαχτό, όχι αρκετά αυθεντικό ή ζωντανό, 
αδύναμο και ταλαιπωρημένο, με σβησμένα χρώματα και θλιβερή αναπνοή.

πρώτα αισθάνομαι κάτι στο στήθος μου να σπάει- 
η γειτονιά μου, δεν είναι ασφαλής. τα πρώτα δάκρυα κυλήσανε στα μάγουλα
κι έσκυψε το κεφάλι. 
ύστερα στο στομάχι μου κάτι σφίγγεται-
οι φίλοι μου, αρρωσταίνουν, τρελλαίνονται και πεθαίνουν.
αρκετοί ξεπουλιούνται και μοιάζει ακόμη χειρότερο.  
τα πόδια μου λυγίζουνε και κλείνουνε τα μάτια.  

είχαμε όμως και καλές στιγμές 
άνθρωποι.

οι δικοί μου μας πήγαιναν σε κάτι πελώριες ερημικές αμμουδιές 
και καθόμαστε εκεί από το πρωί ως το βράδυ. 
πριν την πρώτη γυμνασίου το καλοκαίρι, αγόρασα πρώτη μου φορά κόσμημα από πλανόδιο. 
ένα κρεμαστό από πηλό για το λαιμό μου, με δερμάτινο λουράκι κι ένα εφτάφυλλο στο κέντρο. 
δεν ήξερα τί και γιατί, αλλά πραγματικά το λάτρεψα και το φορούσα για χρόνια,
ώσπου να το κληροδοτήσω στην μικρή που δεν πετάει τίποτα.

ο πατέρας πάλι, δεν αγαπούσε και πολύ την μουσική. 
δεν την ήθελε στο αυτοκίνητο μα ούτε και στο σπίτι ιδιαίτερα την αναζητούσε 
δεν έπαιζε κάποιο όργανο και μου ακούγονταν πραγματικά φάλτσος, 
τις ελάχιστες φορές που αποπειράθηκε να τραγουδήσει μπροστά μου. 
διάβαζε συνέχεια για τις ιστορίες των ανθρώπων στον κόσμο. 
διάβαζε και τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές -από αμέτρητες διαφορετικές, 
οπτικές γωνίες. για κάποιο λόγο όμως, είχε κάτι κασέτες και σιντί 
με χασικλίδικα, κομμένα, τεκετζίδικα τραγούδια από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.  

η ρεμπέτικη κληρονομιά, αποτελείται από απομεινάρια των τελευταίων έκφανσεων
μιας ζωής ελεύθερης, η οποία ενσωμάτωνε ουσιαστικές αξίες 
κι επέτρεπε σε αυθεντικά ανθρώπινα ένστικτα να εκφραστούν. 
μετά τους ρεμπέτες, αρχίδια κόπηκαν ολοσχερώς, 
γενιές ολόκληρες δηλαδή ευνουχίστηκαν 
προκειμένουν να εξημερωθούν και να ελεγχθούν.
παράλληλα, ποινικοποιήσαμε την φύση, κλάσαμε στις χημείες
αποθεώσαμε το χρήμα, λατρέψαμε την τεχνολογία και της παραδοθήκαμε. 
κοινωνικές νόρμες άρχισαν να επικρατούν των φυσικών σε βαθμό κακουργήματος 
ξανά και ξανά 
ώσπου οι περισσότερες χαρές κι αλήθειες θάφτηκαν
και κάποιες έχουν ήδη ξεχαστεί, ολοσχερώς. 


σαν αποτέλεσμα ο πόνος δαιμονοποιήθηκε, περιθωριοποιήθηκε, 
απαγορεύτηκε και όφειλε φυσικά ως εκ τούτου, να παραμένει βουβός.
σκάσανε και οδηγίες για όλους τύπου "πονάτε σιωπηλά", ή 
"είστε απόλυτα υπεύθυνοι για τον πόνο σας παρακαλούμε σε κάθε περίπτωση 
κρατήστε τον για τον εαυτό σας.", ή 
"δεν ντρέπεστε να πονάτε; τί θα πεί ο κόσμος;" και 
"άμα κάνετε ότι δεν πονάτε, σύντομα ο πόνος σας θα εξαφανιστεί!" 

κι η μούγκα μεγαλώνει, η απομόνωση.. κι εκείνος μεγαλώνει. ο πόνος. 
απαιτεί την προσοχή σου, ψάχνει για ελιξίρια, σε βγάζει απ τον δρόμο, 
σε κάνει να ιδρώνεις και να ζαλίζεσαι. έχει τους λόγους του. 
έχει βλέμμα, αληθινό, όσο η χαρά σου.
όσο αληθινή θα ήθελες να είναι η χαρά σου 
αλλά δεν είναι. 
μπουκωμένη όπως την έχεις κι αυτή. 
με το μπάτσωμα που'χεις φάει. την απόρριψη. τις ενοχές. 
μια ζωή χωρίς έρωτα. ένα μίζερο και δυστυχισμένο πλασματάκι 
στις όχθες του τελευταίου καθαρού ποταμού
που η εποχή του πέρασε και δεν το ξέρει ακόμη. 



Thursday, May 03, 2012

το μαύρο πρόβατο


του έκλεισε από μπαταρία, του τέλειωσε το κέφι
και να κάνει το φρικιό, γύρισε στην μάνα του
κι ένιωσε ευτυχισμένο αρπάζοντας τις καρπαζιές.
βλέπεις το είδε το έργο νόμισε και σε αυτή την φάση,
η φύση του η μαύρη, έφτασε κι απ τον ίδιο του τον
εαυτό να είναι κατακριτέα. που ήταν μια μαύρη κηλίδα
σ ένα άσπρο κοπάδι δεν θα ένιωθε ξανά ποτέ ωραία...


πήγε να ζητήσει σεντόνια λευκά και σοβαρά
το σκέφτηκε ν αλλάξει μυαλά, να βάλει περούκες
και κοστούμια, να δει την οικογένεια μια φορά στα ίσα 
και τα μούτρα τους άμα το δούνε να χαμογελάσουν
κι ας είναι αποτέλεσμα τρικ και μασκαρέματος.


το τί απέγινε δεν ξέρω πια μια που να το ξεχωρίσω
ούτε εγώ ο ίδιος που τόσο το αγάπησα δεν μπορώ


κάθε φορά που πάω να το επισκεφτώ τα κοιτάζω
όλα ένα ένα και ψάχνω για μια ραφή στου
καθενός το λαιμό. μέχρι τώρα τα ίχνη του δεν έχω
βρει κι όσο αργώ τόσο φοβάμαι πως απ τον πόνο
του έως τώρα ίσως μονάχο σ ένα γκρεμό
από κάτω έχει βρεθεί.


ήθελα να το βρω και να του ζητήσω συγγνώμη
που τ αγάπησα τόσο μα και που άκουσα των γύρω μου 
την γνώμη κι έτσι δεν το υπερασπίστηκα ενάντια σ αυτού
του καθεστωτικού κόσμου την  βαριά αγχόνη... από
φόβο, από δειλία χάθηκε. κι όχι απ την δική του,
απ των αλλονών. έχεις ακούσει πιο λυπητερή ιστορία
απ του μαύρου πρόβατου την καταδικαστέα μοίρα;


ποιός ύστερα απ αυτό μπορεί να θεωρείται αγνός και ποιός
μπορεί να λέει ότι είναι της ζωής οπαδός; θάνατος
στα μαύρα πρόβατα κι αυτό ξέρεις ποιός το φωνάζει;
εκείνος που περίμενες τελευταίος. αυτός που υποφέρει
πιο πολύ και που πιο πολύ απ όλους έχει στερηθεί το φως.


Wednesday, July 20, 2011

η εξέλιξή του.




ήταν αέρας κοπανιστός. φάντασμα
είχε ξεχάσει και τ όνομά του. δεν ήταν πλέον κανείς...
το πρόσωπό του ήταν χωρίς μορφή 
κι είχε την υφή της άμμου. 
χωρίς ταυτότητα 
δεν θα ένιωθε μόνος ξανά ποτέ.

σήκωσε την άδεια από μοναξιά καρδιά του
με προσμονή κι ενθουσιασμό πεντάχρονου
που ανακάλυψε πώς να σκάει την μπάλα 
στο πλακόστρωτο κι εκείνη να γυρίζει πίσω.  
η καρδιά του φάνηκε τότε να είναι βαρύτερη 
από πριν. 

μία πικρή μετάνοια πλημμύρισε 
την σκέψη του καθώς έβλεπε την 
πρωτοβουλία κι ανακάλυψή του αυτή 
ν αποτινάσει την μοναξιά 
και να τον καθιστά ευθύς αμέσως 
κατά ένα αίσθημα πτωχότερο. "ο πλούτος" 
συλλογίστηκε κείνη την στιγμή 
"μοιάζει με τον πολιτισμό 
και πόνο μόνο φέρνει. ας είναι."   

Sunday, June 12, 2011

πώς έχει το πράγμα



κοίτα
χτυπήσου κοπανήσου δώσε πόνο 
έρχεται αναγέννηση έρχεται το μεγαλύτερο ψέμα
για να γίνει αλήθεια


τραγουδάμε και ρίχνουμε τις γροθιές μας
σε σάκους από άμμο
μας μιλάνε για την εποχή του υδροχόου 
οι άνθρωποι σταματάνε να κλέβουν
και γίνονται καλοί


μπουμπουνητά 
πάνω απ την ομπρέλα της θαλάσσης μας 
βλέπω τα μούτρα σου αλλαγμένα απ τον τρόμο 
και γελάω πολύ 
μπορεί για τελευταία φορά 
και το γνωρίζεις κι εσύ γι αυτό τρέχεις 
με παίρνεις αγκαλιά 
και με σηκώνεις.


**

Tuesday, May 31, 2011

First Lyrics First Vol.41



αναρχοκομμουνιστής 
            
                               ο διοικητής, παναγιώτης σαρρής

ήμουν τόσο κόκαλο προχθές που στα ξενερώματα
σου έστειλα να βρεθούμε.. να με ξυπνήσεις σου έστειλα
κι έτσι κι έγινε. σύνταγμα-καλύβια ώρα μηδέν. 
σου γαμάνε το δίκιο του εργάτη 
σου γαμάνε το δίκιο της νοικοκυράς 
σου γαμάνε και την αξιοπρέπεια 
για να μην έχεις να σηκώνεις κεφάλι. 

αθήνα είσαι καμίνι  
   
            ώσπου να φέξει να δούμε ποιός θ αντέξει


έχω ηρεμήσει μου πες 
πάνω που σκεφτόμουν ότι με αυτά και μ αυτά 
θα πρεπε να χω πάθει το αντίθετο 
και να χω γεμίσει το δρόμο που αφήνω γεμάτο φωτιές 
να καούν αυτά τα σχεδιάκια  εξαθλίωσης του ανθρωπίνου γένους,
να βρω καινούρια στον γυρισμό να ξεπετάνε φύτρες...

ζούμε τις μικρές μας ιστορίες 
                      
                                στο κέντρο και τις συνοικίες 


ενώ κάποιοι γουστάρουν να γράψουν μια μεγάλη 
πολύ μεγαλύτερη απ ό,τι σηκώνει ο σβέρκος τους
μας κλέβουνε τις λέξεις, το χαρτί, τα χρόνια, 
όλα γίνονται αυτά στην πλάτη μας.

προτίμησα τον δρόμο που την ιστορία μου συρρικνώνει
μέχρι εκεί που ίσα ίσα αναπνέω. 
εσύ διάλεξες να φτιάξεις μία μεσαίου μεγέθους καταρχήν 
κι αν σου δοθούν οι ευκαιρίες και τα παραθυράκια 
θα την τσιτώσεις τότε, άμα είναι, όσο σε παίρνει 
όσο είναι δυνατόν. 

κι εσύ αποσπερίτη μου 
                
                                         του δειλινού ταιριάζεις 

σαν τίποτα να μην γνωρίζεις για την ανθρώπινη φύση 
-έτσι φέρεσαι- και σαν να βλέπεις μόνο με τα μάτια.
η τραγωδία μας λοιπόν ίσως να έγκειται 
στην οπτική μου αδυναμία. 
εγώ τα βλέπω όλα με τα χέρια 
και τα φαινόμενα σ αυτή την περίπτωση 
σπανιότερα απατούν.

η μέρα φεύγει ποιός την κλέβει


                                                   ήξερα μα ξέχασα 

καημένε μου ιππότη. 
σε ζώσανε τα άλογα και τις πανοπλίες και την ντροπή 
-το εκβιαστικότερο μέτρο όλων- 
δεν μπορείς να τους φτύσεις και να πεις 'όχι ωρέ, 
εγώ δεν πολεμάω. δεν πολεμάω γιατί αρκετούς νεκρούς κλαίμε 
χωρίς να ξέρω το γιατί και το πώς 
ο πόλεμος αυτός καλά κραττεί κι αναζωπυρώνεται 
κι όλο γεμίζει ο κόσμος στάχτες. γιατί δεν ξέρω ποiο;y την παρακμή
και τα συμφέροντα εξυπηρετεί και τέλος 
γιατί η καρδιά μου λέει ν αράξω κάτω απ' το δέντρο 
με την κοπελιά ν αγαπηθούμε μαζεύοντας τα συντρίμμια τους, 
να φουσκώνουμε απ την αγάπη, την υπερηφάνεια. 


αυτά σε άγγιξα να λες πάνω στο λόφο. 
τα ανακοίνωνες στο σπίτι σου, στην γη 
τους προγόνους και στον άλλον σου εαυτό. 
αυτά είδα κι ύστερα ξύπνησα από τα ποδοβολητά
τις σφαίρες και την υγρασία που έφερε το αίμα 
καθώς μου έσταζε στο πρόσωπο. 


Wednesday, May 25, 2011

για το μαζί και το δρόμο

                                                  
γιατί  ο άνθρωπος θεός δεν είναι
κι αφού νόημα δεν έχει να κάθεται να κοιτάει την θέα μοναχός
προτιμά με κάποιον να πέσει στο γκρεμό μαζί.

γιατί ο άνθρωπος μπορεί και θεός να είναι που 
ή σκηνοθετεί ένα τέλος του να κρύβεται
ή πλανιέται στην αιώνια ζωή 
βάζοντας αρχή σε κάθε τέλος

είναι ένα παιχνίδι. 
σε ρίχνει ο νους κι η ψυχή σε σηκώνει.
μάθε πρώτα να περιορίζεις την ανάγκη σου 
κι ύστερα ν αφήνεις  την επιθυμία σου ελεύθερη.

όταν έφτανα να σε δω ήταν πάντα 
η κατάλληλη στιγμή.

--στον πόλεμο—

με τα δικά σας μέτρα, στάθηκαν οι λέξεις πρώτη γραμμή  
και νωρίς πολύ θα λέγατε πνιγήκανε στο αίμα. αυτές και η μαλθακότητά τους.
έτσι έπρεπε να γίνει κι  ύστερα μόνο τα κορμιά και το μέσα μας μας έμεινε
κι ο πόλεμος να κραττεί καλά, ευτυχώς.
γιατί  το ένιωσα πια πώς ο πόλεμος είναι η ίδια η ζωή.  
η ζωή που τόσο αγαπώ και τόσο μου πάει 
που την δεν την χαρίζω και δεν την πουλώ. η τόσο γενναιόδωρη
σου επιτρέπει να διαλέξεις τους εχθρούς σου.

το αισθάνεται κι εκείνος και το πράττει αυτό γιατί κι ο ίδιος 
είναι πολεμιστής απ  τους δυνατούς, τους ομιχλώδεις 
με σχέδιο για ελευθερία, υπεράνω μικροπρέπειας  
όποιος θέλει ας κάτσει σπίτι του 
με εχθρούς επιλεγμένους,  που αγαπάει και σέβεται 
και με συνείδηση που  γνωρίζει πως αν τελειώσει τούτος ο πόλεμος 
τίποτα να κάνει  άλλο δεν θα υπάρχει 
κι έτσι μια χάνει μια κερδίζει και κοιμάται ελαφριά. 

δεν έχει σημασία τί και πώς 
και για τα δύο το ίδιο χαίρεται 
και για τα δυο το αίμα χύνεται ενώ βράζει 
κι από τα δύο γεννιούνται αξίες.

κι εγώ που απ τους γήινους εχθρούς μου 
εκείνον πιο πολύ τίμησα κι αγαπώ και για χατήρι του άνοιξα φτερά 
πέταξα πάνω από τα σπίτια σας να βρω τον ζωντανό τον κίνδυνο 
και μέντορα της ύπαρξης για να τα πω μαζί του 
κρυβόμουν μες τους στίχους και τα ηφαίστεια και ξερόβηχα 
και  τραβιόμουν την τελευταία γραμμή αμύνης μου να μην του αφιερώσω 
σε κάποια νοθευμένη κι ύστατη στιγμή  ονειροπόλησης θανάτου.

ήθελα να τον δω βασιλιά της γης και των πάντων  
κι αν σε κάποιον ήταν να παραδοθώ μόνο αυτός θα ήταν 
έπρεπε να βρω την πιο βαθειά γωνιά του εαυτού μου 
να σώσω  τα τελευταία πυρομαχικά μην μείνει μόνος και κλαίει 
πάνω απ τα πτώματα.

και πόσο αντέχω μόνο εγώ το ξέρω 
διότι ευθύνη αυτός δεν γίνεται να φέρει  για την δύναμή  Του 
ούτε για την δική μου τυχόν αδυναμία. 
θα ήταν εντελώς παράλογο και παράδοξο να ξέρει  εκείνος 
πού τα τείχη τα δικά μου τελειώνουν, 
ποιός είναι να είναι ο τελευταίος μου στρατιώτης. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει...

η μάχη είναι εξοντωτική, καταλαβαίνω.
στα χαρακώματα ο φόβος παραλογίζει
και βαφτίζει την μία ή την άλλη ανάσα μας τελευταία 
μπας και διαλυθούμε ησύχως και σωθεί έστω ένας 
μην μας χάσετε και τους δυο.

μα εμείς όλο κρατάμε ο ένας τον άλλον μην πεθάνει 
κι όλο τις πληγές πληθαίνουμε μέσα απ τις αγκαλιές μας. 
χωρίς διαπλοκές, χωρίς κατασκοπεία και χρηματισμό 
μα σώμα με σώμα και κοντά όσο πάει. 
γύρω γύρω μας περίπτερα και  ντελάληδες...

γιατί μάθαμε πια κι από ανακωχή.  
εκείνη σαν μας βρίσκει έχει ύφος εκατό καρδιναλλίων 
επιβάλλεται καθώς περπατά και με το ένα χέρι απαξιώνει ό,τι αναπνέουμε 
και με το άλλο μας δείχνει με το δάχτυλο τυχόν λιβάδια και λουλούδια 
που πετάχτηκαν, λέει, ως μάννα εξ ουρανού 
πηγαίντε να ξαπλώσετε! 
με μια ανακούφιση στο βλέμμα, το σιχαμένο ψεύδος, η αφεντιά της 
μας βάζει να μετράμε λάφυρα, να παρελαύνουμε στους δρόμους 
να κυματίζουμε σημαίες, να στέλνουμε τους  τραυματιοφορείς 
να μετράμε τους πεσόντες και να τους δοξάζουμε.
για πόσο;

θα πούμε τί να κάνει κι αυτή 
πλάθει ένα βραχύβιο και  παγωμένο  τέρμα ως ύστατη προσπάθεια  
κι έκκληση στην ψυχή  του νικητή φονιά, μόλις δει τι έκανε, 
να μην αυτοκτονήσει.  

μα δεν κρατάει ποτέ πολύ 
και τα λιβάδια μένουνε γρήγορα ξερά 
κι ύστερα απλώνει η  αηδία  και το έλος που η ματαιοδοξία της γέννησε. 
αυτά τα στάσιμα νερά που μαζεύουνε όλου του κόσμου τις αρρώστειες 
που δεν γεννάνε τίποτα χρωματιστό 
που βουτάμε μέσα τους να πλυθούμε γιατί μόνο αυτό μας  έμεινε 
και που μας χτυπάνε στο μυαλό και καταναλώνουνε το πάθος μας στις καλαμιές 
για να μαντεύουμε πότε θα φυσήξει ν ανοίξουμε τις μύτες μας 
να πούμε μια κουβέντα.
γιατί αρκετά χάσαμε, λένε. 
καλύτερα τώρα, μας ψιθυρίζουν πρωί και βράδυ.
καλύτερα έτσι...

--στο άγνωστο--

δεν με νοιάζει  τί είναι αυτό που έχουμε τ αβάφτιστο.
θέλω  απλά να μην τελειώσει κι είμαι έτοιμη να κάνω  τα πάντα.
αν χρειαστεί να εξαφανιστώ, να γίνω αέρας και μόνο ανάμνηση
είμαι έτοιμη ν αφεθώ.  
δεν με νοιάζει αν βγάζει κάπου  αυτό που κάνουμε.
εξάλλου πού να βγάλει πέρα από δω που κοιταζόμαστε στα μάτια;
θέλω μόνο να να μην σταματήσει να φουσκώνει. 
όλο και πιο πολύ και να κοκορεύεται.

κι αν δω να πνίγεται από λογικές 
κι από ταχυδακτυλουργούς που μας τάζουνε μαγεία
είμαι έτοιμη για όλα.  
σε κούτες  τα διαμάντια μας  να βάλω να τα κλείσω στα έγκατα της γης 
να κάνει άνθρωπος να τα δει και χίλια χρόνια. 
καθόλου δεν τους νοιάζομαι. 
την ευθύνη τους αντί για τους ίδιους εγώ δεν παίρνω. 
κι ας πλανιέμαι η μισή σαν όνειρο 
γιατί τότε σίγουρα η άλλη μισή θα μαι πιο πραγματική κι απ  τα βουνά 
κι απ τα δέντρα κι από την θάλασσα μαζί.

σκύβω πάνω από αυτό το βίωμα και μυρίζω την αλήθεια. 
ακούστε την προσεχτικά εσείς οι απ’έξω 
αφού η μίζερη και θλιβερή ελπίδα σας μ΄έστειλε να σας τα πω 
κι ας έχω την προδοσία σας σίγουρη 
θα σας την φτύσω στην μούρη κι αυτή με τα τελευταία.
εκείνος κι εγώ ανάγκη καμιά δεν θα σας  έχουμε 
σε μια στιγμούλα τόση δα 
από  τώρα.   

αμφιβολία και σιγουριά  η ίδια μελωδία και δεν νοθεύομαι 
δεν διαλέγω πλευρές πια, ξεχάστε το. 
χοροπηδώ με τα κύματα από την μια στην άλλη 
όσο εσείς μισείτε με το στόμα ανοιχτό. 
όσο φθονείτε και σ όλα αναζητάτε τα φρούτα δηλητήριο 
κι ενόσω η μούρη σας έχει χλωμιάσει να κοιτάει μόνο κανα πεφταστέρι 
κι αυτό στα κλεφτά.  

πόνος κι ευχαρίστηση.
κι όση ορμή  το ένα τόση και το άλλο.
κι αφού εκείνος πόνο ποτέ του δεν μου δίνει 
μα μόνο η χαρά της ζωής μου ξέρει  να είναι,  
παίρνω  το μερίδιο του πόνου μοναχή μου 
κι είναι όλο κι όλο ό,τι κρατώ για μένα. πού αίτια για παράπονο;  
πού χώρος για φιλοδοξία πιο μεγάλη 
απ το να καταφέρνω να μας προφυλάσσω 
απ’ότι πιο εύκολα οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον εκτοξεύουνε 
με την πρώτη βροχή για να προφυλαχτούν; 
εγώ από ζάχαρη δεν είμαι 
κι έτσι βγήκα κι έψαξα, έψαξα... 
να κλείσω μάτι νύχτες πολλές αδύνατο.

μόνον έτσι μπορώ να γυρίζω σ΄εκείνον  
δίχως να του κρατώ χρωστούμενα και δίχως να χρειαστεί  
να υπολογίζει και να ξοδεύεται. 
μόνον έτσι μπορεί να γυρνάει κι αυτός. 
δεν ήταν ποτέ μόνος και τώρα πια 
δεν θα ξαναείμαι μόνη ουτ’εγώ.

έρχεται κι όλα παίρνουν φόρα ή μάλλον ανακτούν πάλι 
την χαμένη τους, την από πριν της απουσίας του τον καιρό. 
κάθε που γυρίζω μεγαλύτερη είναι η φόρα 
κι όλο λέω μην δούμε τέρμα, άβυσσο
και πόσο λιώνω τότε 
τρέμοντας τον πόθο να κρατώ απ' τα φρένα του...

βάλθηκε να μ ακουμπά και να με γδέρνει 
κι οι μουσικές και όλα τέλεια κι οι σοφίες του κόσμου 
ξεκάθαρα να μου παρουσιάζονται κάθε φορά και πιο πολύ 
μα να τις μοιραστώ  με σας όρεξη πια καμιά δεν είχα 
κι είπα αυτό είναι ευτυχία!

κι ας είχα πει κι είχα πει όταν τον είδα πρώτα. 
κι ας ήταν το στόμα μου γεμάτο σκιές, φαντάσματα, 
υπολείμματα ανησυχίας και διαστροφής. 
εκείνος τα καθρέφτισε με ευκολία τόση που ψεύτικα θα μου φαίνονταν 
ακόμη και υπο το φως της πιο ζεσταμένης από καλοτυχία 
οπτικής.

τίποτα δεν είπα άλλο 
γιατί δεν ήθελα να χάσω ούτε μισή του μνήμη 
ούτε μισή στροφή του κεφαλιού.  
δεν ήθελα ούτε από οίκτο να μου δώσει κάτι ή στα γρήγορα 
ούτε να με κάτσει πλάι σε άλλους 
κι από απόφαση πια έπαψα να μιλώ. 
σε τίποτα οι λέξεις δεν μας χρησίμευαν τις  ώρες εκείνες πλέον 
ακόμη κι από αυτές  με λύτρωσε. 
μου λέτε έχετε αγαπήσει..


ακόμα και σ αυτές έδωσε σώμα και παλμό 
και το να θυσιαστούν ακόμη μια φορά για το χαρτί περιφρονήσαν 
με τέτοιο καμάρι ψυχής ολόκληρο φτιαγμένο από τ άφθαρτα 
και σε σουρεαλιστική αφθονία για τα προσφιλή δεδομένα.  
καμάρι του είδους απ αυτά που ζει με τ άχρονα, τα αιώνια 
στα μέρη εκείνα όπου ο νους δεν  είναι παρά ενα παράσιτο 
μια γλίτσα που ξέρασε ο οργανισμός στις μεγάλες πείνες 
και την ξαναμασουλάει σαν τσίχλα.
μου λέτε έχετε ερωτευτεί...

όταν τον είδα, μου άνοιξε το μάτι.
βέβαιη ήμουν πως θα με κάνει μια μπουκιά αν πλησιάσω  
πως όσο κι αν ουρλιάζω τις χαρές και χάρες μου  
η τερατώδης διαφορά των αναλογιών μας, έγνεφε το τετελεσμένο.
πήρα το ρίσκο γιατί από την αγωνία θα πέθαινα 
κι από την απορία θα τρελαινόμουν.
ήθελα να φτάσω  ως την καρδούλα του ν ακούσω το μυστικό της.
να μάθει η λύπη πώς να υμνεί τους εφιάλτες.

κόστος δεν μέτρησα δεν είχα πολυτέλειες 
μόνο με το χαμόγελο κι ένα ασκί ουίσκυ 
να πίνω να ξεχνώ εσάς ξεκίνησα. 
να σας ξεχνώ  γιατί εσείς αντί να με ξεπροβοδίσετε με πανηγύρια
και συνθήματα εμψυχωτικά, με κλαίγατε.

δηλαδή πώς αλλιώς με θέλατε να είμαι 
με δανεικά τα κίνητρα και με φτιαχτό ενθουσιασμό 
να βαφτίζω το ένα ή το άλλο για να περνώ την ώρα μου μέχρι....
ή μήπως θα θέλατε να δουλεύω μόνο για τις ανάγκες σας 
και για να εκτονώνεται πάνω μου ο κραδασμός του πανικού σας;  

βιάστηκα και πίστεψα πολλές φορές πως δεν θα φτάσω.
ο πρώτος χτύπος από την κούραση 
σαν απ την φαντασία μου ακούστηκε. ο δεύτερος, ο τρίτος.. 
πεινούσα και τα βράδια έλεγα να γυρίσω πίσω 
μα για κάθε τέτοιο βήμα μου προς την επιστροφή 
εκείνος χώρο έκανε μέχρι που έφτασα 
ν ακροαστώ τ ανείπωτα.

επειδή ήμουν πολεμιστής κι εγώ κι ας μην το ήξερα 
η ευκαιρία  ν’ αναμετρηθώ σε τέτοιο ύψος και ταχύτητα μαζί του 
έκανε τις αισθήσεις μου βολίδες σε κανόνι έτοιμες να εκτοξευθούν. 
ναι. αυτό ήθελα.  
έτσι άλλωστε είχα βρεθεί εξ αρχής εκεί.
ποιόν να πείσω για το ποιόν της εκστρατείας μου;

--στην ειρωνεία του θανάτου τους--

αλλά τούτα εδώ δεν γράφονται για εκείνον ή από εμάς.  
εμείς γεννηθήκαμε καβάλα στ ΄άλογο.
τούτα εδώ έχουν αποστολέα  το τελευταίο μας χωμάτινο κομμάτι. 
εκείνο  που του σάλεψε 
σαν είδε το ποτάμι της ονειρικής πραγματικότητας  
να το κυνηγάει με μένος να το πνίξει 
και βάλθηκε να τρέχει να σωθεί.

κι  έχουν μοναδικό παραλήπτη τους λιποτάκτες 
τους δειλούς, τους κρυμμένους από τον ήλιο, τους μέσα στις σπηλιές.
κι ακόμη εκείνους που ορμούν στις μάχες 
για να κλέψουν ιδρώτα κι αίμα κι ονόματα αλλονών. 
για τους ζηλόφθονες και τους καημένους από κούνια.

τούτα δω είναι για όσους να λυπηθούμε η περηφάνεια δεν αφήνει  
κι έτσι απλά θα τους περιφρονούμε μέχρι το τέλος τους.  
να ναι σίγουροι όποια κι αν είναι τα τεχνάσματά τους 
όση κι αν είναι η σαπίλα που σπέρνουν μέσα στην απελπισία τους 
θα κάνουμε πως δεν τους είδαμε κι αμέσως στάχτη θα γίνουν 
και μια βοή μακρινή, σαν από κάτι ξένο εντελώς, σαν κάτι απόκοσμο.
για λίγα λεπτά θα ακουστούν μέσα από πηγάδια και μνήματα οι τσιρίδες τους.
κανείς να τους θυμάται δεν θα μείνει 
κι αυτή η δύναμη ανήκει στην ιστορία και μόνο.
ήρθε η ώρα και νίπτουμε τας χείρας μας με δάκρυα θες; 
ας είναι...

στα βουνά θα τον βρω πάλι και στα περάσματα. 
μέσα στους καπνούς και τα μαχαίρια. 
εκεί θα στάξουμε όσα οφείλουμε σ εκείνους που πριν από μας 
για τον πόλεμο κινήσαν. 
γιατί δεν πολεμήσανε για μας
για να καθόμαστε να τους ευλογάμε και το κατέστησαν ξεκάθαρο.
για τους εαυτούς  τους  πολεμήσανε 
για να σωθούν από την τρέλα.
όλοι εκείνοι οι λάτρεις της ζωής 
την αγάπη  για τις μάχες και την ταπεινότητά τους 
πως μόνο το κορμί τους το ίδιο θέλησαν να εξουσιάσουν 
παντού αφήσαν χαραγμένα.

κι εμείς δεν επιθυμούμε και δεν διαλέγουμε 
παρά να κάνουμε το ίδιο ξορκίζοντας την εθελοτυφλία 
και τα μυριάδες παυσίπονα, όλα κατασκευασμένα να μας οδηγούν 
με μαθηματική ακρίβεια στην εξάρτηση και την υποδούλωση 
από την ανάγκη.
εμείς τίποτα δεν κάνουμε παρά άξιους ως μας σπείρανε 
άξιοι θα πετάξουμε τις φύτρες μας, υγιείς επαναστάτες. 
για μας και για κανέναν άλλον. 
μου λέτε έχετε ζήσει...





Template by:
Free Blog Templates