πόσο αναζωογονητικό
μέσα σ' όλη αυτή την πλέμπα και την βρώμα
την συσσωρευμένη
που'χουμε χτίσει τα σπίτια μας επάνω
να συναντάς κάποιον που ξέφυγε
κι έζησε με υπέρτατη αξία του τον έρωτα
κι όχι μόνος
παρά βρήκε δυο χέρια να τον κρατήσουν
πόσο ελπιδοφόρο για τους επόμενους
γιατί εμείς μείναμε όνειρο
να βλέπεις και ν'ακούς κάποιον
που χάκαρε την βία και την βλακεία του κόσμου
και δεν υπέκυψε
παρά βρήκε ένα τραγούδι, ένα βιβλίο κι ένα λουλούδι
να κρατάνε ζεστή την καρδιά του
πόσο λυτρωτικό
από τον πάτο του βαρελιού που κάθεσαι
να σε δει κάποιος από πάνω κατά την καλή σου τύχη
ή μάλλον την καλή του παιδεία
να ξεχωρίζει τον πόνο κι ό,τι κι αν κάνει
να το κάνει με αγάπη
έχει τρελλαθεί το χωριό
χωριό δεν ήθελε να είναι πια
κι έγινε βάρκα
έγινε αεροπλάνο
κι έγινε κι αστικός απόπατος
μας διώξανε τα δέντρα μακριά
και τα πουλιά
και τα ζώα
εξόριστοι όπως είμαστε στο μαύρο κενό διάστημα
ξαπλωμένοι συνεχώς
χαζεύουμε τα φώτα και τις ίριδες
πόσο στεναχωρημένοι
έπρεπε να είμαστε και πόσο ακίνητοι
για να πάρει φόρα ο τροχός
κι όσοι πρόλαβαν να γατζωθούν επάνω να βρεθούν ψηλά
στ'αληθινά τα φώτα πλάι πλάι
να νιώσουνε σαν άγγελοι που΄χουν επιτέλους
ένα μήνυμα να πουν
μια φορά να συναντήσεις κάποιον
φτάνει
για άλλες χίλιες φτάνει
να ζήσεις με φως στα μάτια και στα χέρια
να γίνεις αστέρι
που του χαρίζω τα νιάτα μου
κι όλοι κοιτάνε περίεργα
ώσπου να΄ρθει η σειρά τους





No comments:
Post a Comment